Tabs: Blog | About Me |

Πέμπτη, Ιουνίου 8

Κορόιδο, η ζωή είναι αλλού!!!


Τον περίμενα στο αεροδρόμιο. Ήξερα μόνο ότι φοράει καφέ δερμάτινο μπουφάν και κρατάει ένα μεγάλο πράσινο ντοσιέ. Έτσι μου είπε στο τηλέφωνο πριν ξεκινήσει από την Αθήνα. Στεκόμουν στην είσοδο του αεροδρομίου αβέβαιη για το αν θα καταφέρω να τον εντοπίσω. Με όλες τις αισθήσεις σε εγρήγορση.
Το σκηνικό ήταν εντελώς παράξενο: είχα βαλθεί ως καλή Σαμαρείτιδα να εξυπηρετήσω μία φίλη που κρεβατώθηκε ξαφνικά με ίωση. Έπρεπε λοιπόν, να παραλάβω από το αεροδρόμιο τον μυστηριώδη κύριο για λογαριασμό της και να τον μεταφέρω σε μία Δημόσια Υπηρεσία στο Ρέθυμνο. Δέχτηκα πρόθυμα όταν άκουσα τον πανικό της στο τηλέφωνο και την φωνή της που έκδηλα μαρτυρούσε πόσο την είχε ταλαιπωρήσει η ίωση. Στημένη όμως πλέον στο πρωινό βοριαδάκι του αερολιμένα αναθεμάτιζα τις καλοσύνες μου. Και η ιδέα να τον βάλω στο πρώτο λεωφορείο του ΚΤΕΛ για Ρέθυμνο μου φαινόταν πολύ προτιμότερη.

Κάτι τέτοια σκεφτόμουν όταν με πλησίασε. Μία συμπαθητική χαμογελαστή φατσούλα που δεν σε προδιέθεται με τίποτα για τον "τρομερό μεγαλόσχημο προϊστάμενο" του οποίου η άφιξη είχε πανικοβάλει την φίλη μου. Ευγενικός σε .. βαθμό κακουργήματος. Τόσο που ξέχασα κάθε σκέψη για ΚΤΕΛ και πήραμε το δρόμο για το Ρέθυμνο together.
Κάπου στη διαδρομή το κινητό μου άρχισε να χτυπάει με την συνήθη του συχνότητα: δηλαδή, συνέχεια. Ζητούσα διαρκώς συγνώμη και στη λήξη κάθε τηλεφωνήματος έβγαινα όλο και πιο αγχωμένη για όσα .. έτρεχαν στην καθημερινότητα, ενώ εγώ τους ξέφευγα -υποτίθεται -κατά Ρέθυμνο μεριά.
Κάποια στιγμή χαμογέλασε συγκαταβατικά και μου είπε:
- Ζούσα για χρόνια έτσι. Αγχωμένος με την δουλειά, αγχωμένος με τη ζωή, αγχωμένος με όλα. Μέχρι που πήγα στο ... Κιριμπάτι.
Σαν κάτι να μου θύμιζε το όνομα αλλά ζήτησα .. διευκρινήσεις.


Και τότε οι αφηγήσεις του ξεχύθηκαν σαν ποταμός. Η Υπηρεσία την οποία επόπτευε είχε αναλάβει ένα έργο εκεί, για λογαριασμό του ελληνικού κράτους. Το Κιριμπάτι είναι ένα σύμπλεγμα νησιών κοραλλιογενούς προέλευσης στην καρδιά του Ειρηνικού, παρακαταθήκη των εξερευνήσεων του Κάπταιν Κουκ.
"Ζω τρία χρόνια στο Κιριμπάτι κι εκεί ο χρόνος μετράει αλλιώς, μου είπε. Το μόνο ρούχο που χρειάζεται κανείς είναι το μαγιό του. Οι ντόπιοι ψαρεύουν νωρίς και τις υπόλοιπες ώρες τις περνούν στη θάλασσα. Οι γιορτές και τα τραγούδια είναι καθημερινό χάπενινγκ. Ζωή παραδεισένια".
Άρχισε να μου περιγράφει πανέμορφες ακρογιαλιές, φιλικούς ανθρώπους, εξωτικά φρούτα, παράξενα ψάρια, καλύβες ιθαγενών και μία καθημερινότητα που απαιτούσε μόλις τα απαραίτητα. Δηλαδή, αυτά που εμείς λέμε πια "ποιοτικό χρόνο". Καλό φαγητό, καλή παρέα, χαλάρωση, διάβασμα, βόλτες στην παραλία και διασκέδαση.
"Όλες οι αποσκευές μου θα είναι πάλι βιβλία" μονολογούσε. "Στο Κιριμπάτι διαβάζω πολύ, καθώς δεν έχουμε τηλεόραση και το νυχτερινό μπάνιο δεν το πολυθέλω. Άλλωστε, και ρούχα δεν έχει νόημα να κουβαλάω. Με ένα μαγιό περιφερόμαστε όλοι εκεί".

Σιγά σιγά με συνεπήρε με τις αφηγήσεις του. Καταβρόχθιζα τα χιλιόμετρα της εθνικής και με σκεφτόμουν με φούστα χούλα χουπ στο Κιριμπάτι και γαρύφαλλο στ' αυτί (κιριμπατογαρύφαλλο, για να εξηγούμαι) να χορεύω ξυπόλητη στην παραλία, με άγριες τελετουργικές κινήσεις στο σημείο που μόλις θα 'χα θάψει το κινητό μου.
Όταν φτάσαμε στο Ρέθυμνο και πήγαμε στην υπηρεσία του, έβγαλε ένα άλμπουμ με φωτογραφίες κι άρχισε να με ξεναγεί στον .. παράδεισό του. Μαγεύτηκα. Καταγάλανα νερά και χαμογελαστές ηλιοκαμμένες φάτσες. Επιστρέψαμε στο Ηράκλειο και σε όλη την διαδρομή τον έβαλα μαζοχιστικά να συνεχίσει τις Κιριμπάτιες ιστορίες του.
Πήγαμε για φαγητό στου φίλου μου του Μηνά (μέγας χαβαλετζής και θυμόσοφος). Γρήγορα ήρθε να καθίσει μαζί μας και ... κόλλησε κι αυτός με όσα άκουσε. Κάτι το κρασάκι, κάτι που η μέρα τέλειωνε, βρεθήκαμε γρήγορα να ενώνουμε τραπέζια και να μαζεύονται φίλοι και γνωστοί τριγύρω. Και στη μέση της συζήτησης μόνιμα πλέον θρονιασμένο το ... Κιριμπάτι.
Άλλος να ρωτάει πληθυσμό, άλλος γεωγραφική θέση, άλλος ιστορία. Κι ο νεόφερτος συνδαιτιμόνας μας να 'χει απαντήσεις για όλα. Είχαμε αρχίσει πια να τον κοιτάζουμε με ζήλια. Με την καλή έννοια, που λέει κι ο Θέμος.


Ώσπου, ξαφνικά τον πήρε το παράπονο.
"Δεν θέλω να ξαναγυρίσω, ρε παιδιά στο Κιριμπάτι" είπε κάποια στιγμή απροσδόκητα.
Κόκκαλο η ομύγυρις!! "Γιατί, καλέ μου άνθρωπε; αρχίσαμε να ρωτάμε παραξενεμένοι. Το δικό μας όνειρο είχε πάρει σάρκα και οστά κείνη την ώρα μέσα από τις αφηγήσεις του. Ένας τόπος χωρίς κρίση, χωρίς άγχη, υπέρμετρους καταναλωτισμούς και πλουτισμούς, χωρίς περικοπές και φόρους, χωρίς τηλεόραση, χωρίς κινητά, χωρίς ... όσα μας τρέχουν και μας κατατρέχουν. Κι αυτός ο Χριστιανός δεν ήθελε να γυρίσει;
- Έχει λάκκο η φάβα; τον ρωτούσαμε.
- Τι δεν πάει καλά με το Κιριμπάτι;
- Τι μας έκρυψες;
- Μήπως τα παραφούσκωσες;
- Όχι, βρε παιδιά. Όπως σας τα λέω είναι. Αλλά ζω ολομόναχος σε ένα σπίτι με 22 δωμάτια. Νοσταλγώ να μιλήσω ελληνικά. Θέλω φίλους .. Έλληνες, να πω αστεία κι ανέκδοτα στη γλώσσα μου. Να πιω κρασί και να χορέψω ζεμπεκιές κι ανάθεμά το για Κιριμπάτι, όλα τα καλά του κόσμου έχει, αλλά Έλληνες δεν έχει. Να, τώρα δα να μου λέγατε ότι έρχεστε να πάμε όλοι μαζί εκεί ... έτσι όπως είμαστε .. δεν με ένοιαζε να ζήσω μία ζωή στο Κιριμπάτι. Αλλά μόνος δεν θέλω να ξαναγυρίσω".

Πιάσαμε να τον παρηγορούμε και να του τάζουμε. Μισοαστεία και μισοσοβαρά. Μέχρι που ο Μηνάς πήρε το μπλοκάκι των παραγγελιών κι έγραψε στο πάνω μέρος: ΑΛΛΟΣ ΓΙΑ ΚΙΡΙΜΠΑΤΙ. Από κάτω βάλθηκε να συγκεντρώνει τα ονόματά μας. Κι έπειτα μας έβαλε να υπογράψουμε το ΥΠΟΣΧΕΤΙΚΟ. "Οι κάτωθι υπογεγραμμένοι δηλώνουμε με πάσα ειλικρίνεια -και μετά από σφοδρή κρασοκατάνυξη- ότι θα μεταναστεύσουμε ομαδικώς στο Κιριμπάτι σύντομα". Πέσανε οι τζίφρες κι ο καινούριος φίλος μας το δίπλωσε και το 'βαλε ευλαβικά στην τσέπη του.
Μας μοίρασε τηλέφωνα και διευθύνσεις αλληλογραφίας κι έφυγε.

Πέρασαν μήνες και το "ΑΛΛΟΣ ΓΙΑ ΚΙΡΙΜΠΑΤΙ" έγινε συνώνυμο κάθε ανάγκης μας για απόδραση. Τηλεφωνούσαμε ο ένας στον άλλο κι όταν τα πράγματα ήταν ζόρικα λέγαμε: Δεν αντέχω, την "κάνουμε" για Κιριμπάτι;
Την Πρωτοχρονιά πήρα μία κάρτα που έλεγε "Μέσα στον νέο έτος που μπαίνει θα σας περιμένω". Είχε μία παραλία μπροστά από αυτές που σου κλείνουν το μάτι και σου λένε ναζιάρικα "Κορόιδο, η ζωή είναι .. αλλού".

Βάλθηκα εκείνες τις μέρες να αναπολώ το Κιριμπάτι που δεν .. είδα. Κι έπειτα, καθώς η παρέα των "υπογραφών" σκορπίστηκε, το ξέχασα πάλι σιγά σιγά.
Μέχρι που μόλις χθες κάποιος άρχισε να μου λέει το πιο τρελό του σχέδιο: ένα από αυτά που φτιάχνουμε τις Τσαγκαροδευτέρες, έτοιμοι σαν τον Χορν και την Λαμπέτη να αποδράσουμε από το γραφείο μας. Κάτι  ...ιslands στην άκρη του πουθενά αναπολούσε κι εκείνος. ΑΛΛΟΣ ΓΙΑ ΚΙΡΙΜΠΑΤΙ σκέφτηκα αυθόρμητα :-)))


* Στον Μηνά που 'βαζε πάντα την κατάλληλη μουσική επένδυση στα όνειρά μας.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Κορόιδο, η ζωή είναι αλλού!!!"

Σε χρόνο κυκλικό και μπερδεμένο!


 Ένα ρολόι άχρηστο στο κέντρο. Να μετρά παρουσίες κι απουσίες.

Τραπέζι πρώτο: Ο Όμηρος με σκονισμένα σανδάλια.
Να ξαποσταίνει ανάμεσα σε μία Ιλιάδα και μία Οδύσσεια.
Μη δραπετεύσουν οι στιγμές και ξεστρατίσουν οι μνήμες.

Διπλανό τραπέζι: Ο Πλάτωνας. Σκυμένος στους έρωτες του μυαλού.
Εξαγνιστικές ιεροτελεστίες! Σώματα αμέτοχα που δεν ξοδεύτηκαν.
Χωρίς ουλές και σημάδια αναγνώρισης.

Παρακάτω παρέα τριών: Ικτίνος, Καλλικράτης, Φειδίας. Στη μέση το σχέδιο:
Το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς στον Παρθενώνα.
Το χρυσάφι του να μετρά την ανθρώπινη κακία.
Τελικό ζύγισμα: 44 τάλαντα ακριβώς. Αθώος ο Φειδίας!

Κατα 'κει ο Ιούδας. Άλλο νόμισμα. Παρεξηγημένο. Άγγελος ή διάβολος;
Άνθρωπος! Να προδώσει και να προδοθεί. Τι άστοργη μοίρα!

Η Εύα πλάι του. Συμβιβασμένη με την τιμωρία.
Σκυφτή απ' το βάρος στ' ανάθεμα των αιώνων. Αλλά ήρεμη.
Το χρέος της το 'καμε. Δεν δίστασε να δοκιμάσει την κερκόπορτα.

Η Μαγδαληνή σιμά της. Η αντιστρόφως επιστρέφουσα.
Από την ίδια κερκόπορτα. Της γης οι κολασμένοι που επανακάμπτουν.
Με το ίδιο αέναο τίμημα. Αμαρτίες και μετάνοιες. Ή και ανάποδα.

Η Παρθένος ανάμεσα. Να ενσαρκώνει την "ωραιότητα της παρθενίας".
Η πιο προσιτή κι η πιο ξένη. Ανέφικτα αμόλυντη. Εφεκτικά φιλεύσπλαχνη.

Ανθέμιος και Ισίδωρος παράμερα. Να σχεδιάζουν μυστικά περάσματα.
Πύλες επτασφράγιστες σε μία Σοφία που άγιασε από ερημιές και εγκαταλείψεις.

Ο Φράτε Λεόνε κι ο Άγιος της Ασίζης στη γωνιά. Σκόνες χρόνων καθισμένες πάνω τους. Αναζητούν ακόμη τον Θεό, καταπονώντας σάρκες και επιθυμίες.
Τόσα ξωκκλήσια στύλωσαν και πάλι αφορισμένοι.

Ο Αϊνστάιν και ο Φρόυντ. Απορροφημένοι στην εξερεύνηση. Σχετικότης και ασχετοσύνη. Πάντων μέτρον άνθρωπος. Ατομικές βόμβες παντού. Μέσα μας και γύρω μας.

Ο Τσαρούχης να σκιτσάρει αμέριμνος στο διπλανό τραπέζι.
Η Μελίνα να προβάρει την Φαίδρα.
Ο Βαγγέλης απορροφημένος στην επόμενη Μυθωδία του.

Κι εσύ στον πάγκο. Ο μέλλων άνθρωπος. Κι όλοι να στροβιλίζονται μέσα σου.
Άλλοτε ερχόμενοι, κι άλλοτε αναχωρητές. Σε χρόνο κυκλικό και μπερδεμένο.

Ένα ρολόι άχρηστο στο κέντρο. Να μετρά παρουσίες και απουσίες.
Σε πόσα "εκεί" δεν ήσουν, αλλά .. ήσουν.
Και τα "εκεί" τους , πώς σήμαναν "εδώ" σου;
Mεσάνυχτα ακριβώς! Να αγνοείς ποιός φεύγει και ποιός έρχεται!

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Σε χρόνο κυκλικό και μπερδεμένο!"

Κυριακή, Ιουνίου 4

Μουσική .. βιογραφία


Kάποτε όλοι κάνουμε απολογισμούς. Στις παραμονές του Νέου έτους, στα γενέθλια. σε κάτι νύχτες με Πανσέληνο ή σε κάποιες στιγμές που ο ... Τζόνι ο περιπατητής τα σαρώνει όλα. Εγώ το κάνω ακούγοντας μουσική.
Ένα τραγούδι μπορεί να με "γυρίσει" δεκαετίες πίσω, στις εποχές της αθωότητας.
Ένας στίχος μπορεί να με "ταξιδέψει" κι ακούγοντάς τον να βαλθώ να ζυγίζω το παρελθόν και να το συγκρίνω -ασυνείδητα σχεδόν- με τα τρέχοντα.

Δύσκολο να το εξηγήσεις σε όποιον δεν έμαθε να συντροφεύει τη ζωή του με μουσικές. Κι όμως μία μελωδία φτάνει για να αρχίσω τις .. αναδρομές. Όπως το "Όσο βαρούν τα σίδερα βαρούν τα μαύρα ρούχα". Είναι ένας μικρασιάτικος σκοπός, που πρωτοηχογράφησε ο Φουσταλιέρης το 1938. Έτσι το τραγούδι "πολιτογραφήθηκε" ως κρητικό. Αλλά δεν ήταν. Η μάνα μου το 'ξερε. Κάθε φορά που τ' άκουγε δάκρυζε. Τα μαύρα ρούχα στα νιάτα της δεν ήταν μόδα αλλά ,,,αναγκαιότητα.
Έχω συχνά εικόνες από τις αφηγήσεις της. Λες και ο σκοπός του τραγουδιού ήταν το βότσαλο στη λίμνη που ξυπνούσε κάθε μνήμη της. Άνθρωπος του "μοιράζομαι" η μάνα μου. Δεν κρατούσε τίποτα μέσα της. Πίκρες, χαρές, δικές της και ξένες ήθελε να τις κοινωνήσει πάντα. Σκούπιζε βιαστικά την αλμύρα, γελούσε αχνά κι έβαζε μπροστά το "Μιά φορά κι έναν καιρό" για να πει την ιστορία της.

Ένα μικρό χωριουδάκι, σκαρφαλωμένο στα ριζιμιά χαράκια.
Μαυροντυμένες γυναίκες να ανηφορίζουν με το δειλινό στο νεκροταφείο, για να βρεθούν κοντά στις .. απώλειές τους.
Και οι νεώτερες .. στα μαύρα κι αυτές. Η μάνα μου έτσι πρωτοθυμάται τον εαυτό της: Ένα κοριτσόπουλο με μακριά κατάμαυρα κρουλάκια, μεγάλα μαύρα μάτια και ρούχα ασορτί.
Κι έτσι αφηγείται και το ξεκίνημα του love story με τον πατέρα μου. Παράταιρο πια στους καιρούς μας, αλλά τότε ο πρώτος έρωτας για τις περισσότερες ήταν και ο μοναδικός. Γιος του γαιοκτήμονα της περιοχής εκείνος. Επόπτευε στ' αμπέλια τους εργάτες, καβάλα στ' άλογο. Εκεί την πρωτοξεχώρισε. Η πιο νέα μαυροφόρα. Ένα αγριοκάτσικο που δούλευε σβέλτα κι έτρεχε πάνω κάτω στον οψιγιά.

Κρατούσε ένα μήλο στα χέρια του ένα σούρουπο. Είχε λαξεύσει προσεκτικά το εσωτερικό του για να χωρέσει το σημείωμά.
Δυο στίχοι μόνο. Έτσι συνηθιζόταν. Ο έρωτας χωρούσε τότε στις μεστές κουβέντες μίας μαντινάδας. Πέρασε πλάι της και το πέταξε. Κι εκείνη, ως νέα Εύα, "δάγκωσε" το μήλο.

"Μια μαυροφόρα προσπαθεί να ανέβει στο φεγγάρι,
Θεέ μου, και δωσ' μου μπόρεση, να φτάσουμε ομάδι".


Το επόμενο μήλο ήταν αφημένο στη βρύση του χωριού. Ο ευρηματικός «όφης» είχε φροντίσει πάλι να το αδειάσει. Και μέσα του τρύπωσε για άλλη μία φορά γλυκόλογα σε ρίμα.

"Μόνο νερό της λησμονιάς σαν πιω θα σου ξεχάσω.
Μα κι αν το βρω, ως κι αν διψώ, δε θα το δοκιμάσω".


Κι έπειτα μαντινάδες κι έρωτες τους πήραν απ' το χέρι. Δυο ενθουσιασμένα παιδιά που "κλέφτηκαν" κι εγκατέλειψαν νύχτα το χωριό, για να βάλουν πλώρη για τις μεγάλες πολιτείες.

Αθήνα του 1964. Την λένε τώρα αφιλόξενη πόλη αλλά και τότε αρνιόταν να καλωσορίσει τους ξένους της.
Τους στρίμωχνε σε κάτι χαμόσπιτα της Κοκκινιάς και τους πελεκούσε μέρα
νύχτα τα όνειρα ύπουλα. Έπειτα τους έστελνε στα εργοστάσια για τον επιούσιο. Aλλά εκείνοι δεν εννοούσαν να το βάλουν κάτω. Χαμόγελο και τραγούδι.

Ο πατέρας μου του χορού δεν ήταν. Ένα τραγούδι μόνο τον ξεσήκωνε. Πάντα τον θυμάμαι να αφήνει την καρέκλα του -σε κάτι γιορτές "οικογενειακού τύπου"- μόνο όταν έβγαινε τούτο το δισκάκι στην επιφάνεια. Και τότε, άπλωνε τα χέρια σαν φτερά, έκλεινε τα μάτια και χόρευε τον πιο γνήσιο ζεϊμπέκικο, που είδα ως τα σήμερα. Και τραγουδούσε δυνατά, με εκείνη την μπάσα και καθάρια φωνή, που κανένα του παιδί δεν κληρονόμησε: Μα εγώ δεν ζω γονατιστός, είμαι της γερακίνας γιος.

Παρακολουθούσαμε, ως πιτσιρίκια, σαστισμένα τα γλέντια των μεγάλων. Πολλά γλέντια. Αντιστρόφως ανάλογα της φτώχειας. Τεράστια τραπέζια να απλώνονται στην αυλή με καρέκλες δανεικές από τους γειτόνους. Στο κάτω μέρος να στήνεται η σούβλα και το ραδιόφωνο να παίζει τα "τραγούδια της παρέας". Kι ο ψεύτης κι άδικος ντουνιάς να παρηγοριέται πως ... έτσι ειν' η ζωή. Και που και που να μαλακώνει και να ζητά μία ζαριά καλή. Και μόλις το φαγητό τελειώσει και το κρασί αναλάβει "δράση" να πιάνουν το χορό. Πρώτα, πάντα τα τραγούδια της "πατρίδας".
Πιο κρητικοί .. απ' τους κρητικούς. Με μία ξεθωριασμένη θύμηση πια απ' τις εποχές του χωριού.
Κι η φωνή του Ξυλούρη να ξύνει πληγές κι αναμνήσεις: "Του κύκλου τα γυρίσματα, π' ανεβκατεβαίνουν" (πρόκειται για σπάνια ηχογράφηση της εποχής, με απόσπασμα από την αρχή του "Ερωτόκριτου" του Βιτσέντζου Κορνάρου).
Και μετά να αρχίζουν οι κασέτες να πηγαινοέρχονται. Μεγάλες, διπλάσιες από αυτές που θυμούνται αμυδρά πλέον οι πολύ νεώτεροι. Να καταφτάνουν όμως, άλλοτε από την γειτονιά -που τις έβρισκε πρόφαση να ρθει να σμίξει στο γλέντι και στο χορό- κι άλλοτε από τα αυτοκίνητα των καλεσμένων. Θυμάμαι ακόμη τα "σουξέ" του Αγκόπ με την χαρακτηριστικά ένρινη φωνή, που μας ξεκάρδιζε στα γέλια. Κι η κυρά Καίτη να στέκεται στην μεσοτοιχία και να φωνάζει: "Άνοιξέ το καλέ, γιατί δεν ακούγεται δυνατά".
Ο Στελάρας σε μεγάλες δόξες, η Δούκισσα, ο Μπιθικώτσης. Κι η Μοσχολιού να επιμένει πως εδώ είναι ο Παράδεισος κι η Κόλαση, εδώ . Και πράγματι. Ο Παράδεισος κάτι τέτοιες στιγμές "χαμήλωνε" και φτάναμε κι εμείς να τον κοιτάξουμε. Ίσως γιατί είχαμε ακόμη εκείνο το άδολο βλέμμα, όσων δεν ξέρουν καν ότι δρασκελούν στιγμιαία το κατώφλι του.

Την ίδια περίπου εποχή ο Τζορντανέλλι εμφανιζόταν στην τηλεόραση για να προμοτάρει το νέο τραγούδι που μας εκπροσωπούσε στη Εurovision . Kι ο Άλκης Στέας με εκείνο το καταδεκτικό χαμόγελο από δίπλα. Στις μπουάτ ο Χατζής έκανε την δική του .. επανάσταση. Κιθάρα, βραχνάδα και ... σπουδαίοι άνθρωποι αλλά ... Η εποχή πνιγόταν στα δικά της "αλλά". Ποιος είπε ότι η μοναξιά είναι προνόμιο ενός και μόνο καιρού; Υπόθεση διαχρονική!
Κι έπειτα καθώς μεγαλώναμε τα ακούσματα μας άλλαζαν. Το ροκ ερχόταν να θρονιαστεί στις ζωές μας και στα .. θρανία μας. Χαραγμένο με ξυραφάκι πάνω στο ξύλο του επίπλου. Scorpions, Rolling Stones, Led Zeppelin, Jim Morrison, ACDC, Bob Dylan.
Aγριεμένα νιάτα με τζιν "σωλήνα" και μυαλά στα .. κάγκελα.
Nα περιμένουμε το πάρτι του Σαββατόβραδου για λίγο ημίφως και να κάνουμε δεήσεις στον άγνωστο Θεό της "μπουκάλας" μπας και μας χαρίσει κανά ντροπιάρικο πεταχτό φιλί. Και στο πικ-απ οι Foreigner να μας παρακολουθούν με το Eye of the tiger . Κι οι "βράχοι" έτοιμοι να ξαναερωτευτούν την Angie .

Στην εγχώρια μουσική σκηνή πασχίζαμε να ξεπεράσουμε τον τρόπο που μας κοιτούσαν οι Olympians. Κάθε φορά που ακούω το τραγούδι θυμάμαι ένα πρωινό Κυριακής το χτυποκάρδι για το Lower έξω από το Βρετανικό συμβούλιο. Ο Πασχάλης στο φόρτε του τότε κι η κασέτα στην τσάντα μου, φρέσκο απόκτημα και αντίδοτο στο άγχος των εξετάσεων. Μου 'πεσε στην αίθουσα, μόλις μπήκα για τον προφορικό διαγωνισμό. Ο εξεταστής την σήκωσε, την κοίταξε, χαμογέλασε και μου είπε:
- Which of them do you like more?
Tα 'χασα και του 'δειξα με το δάκτυλο τον τίτλο από το τραγούδι.
- Can you explain what the song says in English?
Που είσαι Πασχάλη να σε φιλήσω, έλεγα μέσα μου. Show έκανα στο British council :)

Τις χαρές και τις νίκες τότε τις γιορτάζαμε. Όχι χαμηλόφωνα κι αθόρυβα. Έντονα και τρελιάρικα, σαν παλιόπαιδα που είμασταν. 
Λες και σαρώναμε προφητικά ευτυχίες και ξεγνοιασιές να τις φυλάξουμε για τις περιόδους της "ξηρασίας" που θα ακολουθούσαν όταν μεγαλώναμε.
Και βέβαια, η "διασκέδαση" απαιτούσε συνωμοσία.
Και επιστρατευόταν πάντα ο μεγάλος ξάδερφος. Έξοδος μετά δημοσίων θεαμάτων.
Για παγωτό στου Κανάκη .. μας είχαν γονείς και Θείοι κι εμείς μέχρι ... Barbarella φτάναμε να ακούσουμε Felicita και red red wine για να "ξεβιδωθούμε" λίγο στην πίστα.
Κι όταν ξυπνούσε το "ροκάκι" μέσα μας κατηφορίζαμε στο "Κύτταρο" να δούμε τον Βασίλη με μακρύ μαλλί (και μπόλικο ακόμη) να τραγουδάει με την κιθάρα του σ' ακολουθώ . Και κάπου κάπου εκείνο το φοβάμαι ,που μας εξομολογιόταν από την πίστα, κλωτσούσε άγρια μέσα μας. Αλλά το παραμερίζαμε. Νέοι καθώς είμασταν κι έτοιμοι να ρουφήξουμε τη ζωή και να την κατασπαράξουμε. Νέοι, γελαστοί και γελασμένοι.

Το "Αχ Μαρία" χωρούσε τους στεναγμούς μας. Kι ο σταυρός του νότου δεν καταλαβαίνω πως, τρύπωνε πάντα μέσα. Σαν σημαδούρα όλης εκείνης της εποχής. Θυμάμαι έναν μεγαλόσχημο καλλιτέχνη, που μας δέχτηκε εκεί στο καμαρίνι του. Ένα τσούρμο πιτσιρίκια του δεκαπενταμελούς, που θέλανε να κλείσουν "συνεστίαση" για την πενθήμερη της Τρίτης Λυκείου. Ψαρωμένα, παζαρεύαμε -όσο μας έπαιρνε- την τιμή της πρόσκλησης. Του λέγαμε "Τρία κατοστάρικα θα την βάλουμε, για να 'ρθει κόσμος". Μας γέλασε κατάμουτρα: "Πέντε θέλω εγώ. Βάλτε την είσοδο και τσάμπα αν σας κάνει κέφι, αλλά εγώ θέλω πέντε στο κεφάλι". Φύγαμε πικραμένοι κι εκείνο το κατώφλι κανείς μας δεν το ξαναπέρασε. Άδικο θα πεις, αλλά έτσι είμασταν. Τιμωροί και πεισματάρηδες. "Η απολυτότης, δευτέρα φύσις της νεότητος".

Mα τα προσπερνούσαμε όλα γρήγορα. Όλα .. εκτός από κείνους τους πρώτους έρωτες. Είχαν άλλα πλουμίδια τότε. Ραβασάκια την ώρα του μαθήματος, έντονες ματιές, εύγλωττες σιωπές, στομάχι "κόμπο" και στο βάθος η αμφιβολία να πηγαίνει σύννεφο: Για το αν ο έρωτας ζει . Μωρέ, ζούσε και βασίλευε. Στο ταψί μας χόρευε. Κι εμείς ατζαμήδες και άμαθοι, κάναμε την μία γκάφα πίσω από την άλλη. Μας θυμάμαι στα ταβερνεία με το τζουκ μποξ να λέει όλα όσα δεν έμελλε να ειπωθούν αλλιώς. Κι ο Κώστας πάντα να ψάχνει "ψιλά" για το ίδιο τραγούδι: Πες μου που πουλάν καρδιές, να σου πάρω μια. Πουθενά, δεν πουλούσαν.

Θυμάμαι στην Κυψέλη ένα βράδυ, στην "Ψάθα", που τα 'σπασε όλα χορεύοντας τον διαβολάκο. Μάταια. Προτιμούσα να χορεύω .. Ζαμπέτα. Το Μάλιστα κύριε.
Βιαζόμουν κι εγώ να φύγω τότε. Να ανοίξω φτερά για αλλού. Όπως το κάνουν όσοι δεν τους χωράει ο τόπος τους. Μου πήρε χρόνια να μάθω πως τίποτα πιο άγριο κι όμορφο συνάμα από το να κόβεις κάθε ομφάλιο λώρο. Να ξεκόβεις. Να υποκρίνεσαι πως έχεις "άγραφο" ακόμη παρελθόν και να σημαδεύεις παρόν και μέλλον στο δόξα πατρί.

Και μόνο κάτι βράδια σαν το αποψινό, να σε πιάνει το παράπονο . Περαστικό όμως κι αυτό. Όπως όλα. Και φευγαλέα να σκέφτεσαι τα πλοία των ερώτων. Εκείνα που προτίμησες. Και τ' άλλα που άφησες να περάσουν άπρακτα.
Τυχαιότητες. Να στέκεσαι χρόνια μετά και να μπερδεύεσαι για το αν τις διάλεξες ή σε διάλεξαν εκείνες.
"Σκέψου να 'ταν το πάτωμα ασπρόμαυρο και να 'σουν το πιόνι" . Tι στίχος και τι εικόνα!!
Και τελικά όλα να καταλήγουν, εκεί από όπου άρχισαν: Εκεί στο νότο . Στην πατρώα γη. Την ίδια που εγκατέλειψαν οι γεννήτορες χρόνια πριν. O απόλυτος κύκλος! Σαν μόνο δύο όχθες να βρήκα στο Αιγαίο. Και να μοίρασα το μόνο "της ζωής μου ταξείδιον" ανάμεσά τους.
Η αντιστρόφως επιστρέφουσα, που επανέλαβε την ιστορία, παραποιώντας την. Θυμάμαι έντονα εκείνο το βράδυ στο καράβι.

Μάρτης του 1987. Τα μποφόρ να σαρώνουν το Αιγαίο και το χιόνι να λευκαίνει ξαφνικά και τις δύο "όχθες" του. Την μία που ήξερα και την άλλη που πήγαινα να πρωτοσυναντήσω. Χωμένη σε μία πανύψηλη πολυθρόνα να πασχίζω μηχανικά να ακουμπήσω τις πατούσες μου στο πάτωμα.
Και ξαφνικά με κυρίευσε ο πανικός. Σαν να μην έφτανε το ανάστημά μου να μετρηθεί με το άγνωστο. Αλλά τον τιθάσευσα. Του 'μαθα να μένει στο πίσω μέρος του μυαλού, να παίζει με υπόηχους και να κρύβεται.
Κι όμως. Τόσα χρόνια πέρασαν κι ωστόσο, όλα αυτά που φοβάμαι ξεθαρρεύουν σε χρόνους ανύποπτους. Όπως όλοι οι δράκοι που καταχωνιάσαμε στις σοφίτες μας. Άστοργοι κι επιθετικοί. Έτοιμοι να σου ζητήσουν το "κόκκινο ταμείο" σου.
Και ιδού εγώ πρόθυμη για παραδοχές απόψε, να νοιώθω πιο δικό μου ό,τι έχασα.

Τίποτα δεν έμαθα. Απλά περπάτησα. Και συνεχίζω να περπατώ.
Μέχρι να κουραστώ κι εγώ κι ο δρόμος μου.  Όπως κουράζονται κάποτε όλοι οι οι "Υπέροχα Μονάχοι" στου Αδάμ την εξορία.

* Αφιερωμένο "στα σωστά μας και τα λάθη". Και στις ... μικρές ώρες που έχουν κάτι "μεγάλες" νύχτες.  Και στους σύγχρονους ινστρούκτορές μου που βοήθησαν αυτές οι σκέψεις να μην διαβάζονται απλώς αλλά να ακούγονται κιόλας.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Μουσική .. βιογραφία"

Παρασκευή, Ιουνίου 2

Το γυναικείο πρότυπο και άλλα ευτράπελα

Είχα πάντα το παράπονο ότι δεν συμμετείχα σε καμία δημοσκόπηση. Δεν ζητήθηκε η γνώμη μου ουδέποτε από κείνες τις χαριτωμένες κοπελίτσες που σε καλούν καταμεσήμερο για να σε ρωτήσουν αν χρησιμοποιείς πιστωτική κάρτα ή αν είσαι "δύσκολη" και πλένεις με .. έσεξ (που το θυμήθηκα;). Ούτε στο δρόμο έτυχε να με σταματήσουν ποτέ για να μου μοιράσουν κουπόνια δωρεάν περιποίησης από Ινστιτούτα ομορφιάς. Οι δε ινστρούκτορες των πολιτικών αναλύσεων με αποφεύγουν μανιωδώς. Άκουγα συχνά τα αποτελέσματα των σφυγμομετρήσεων και αναρωτιόμουν με βάση τον νόμο των πιθανοτήτων "πότε -επιτέλους- θα ρθει η σειρά μου". Και καθώς "ό,τι ονειρευόμαστε, γίνεται" ... ήρθε σήμερα. Τσαγκαροδευτέρα και όπως τρέχω πανικόβλητη στο κέντρο της πόλης να προλάβω τις απελπισίες μου, μου κόβει το δρόμο μία ευγενεστάτη δεσποσύνη.
- Καλημέρα. Κάνουμε δημοσκόπηση για τη μέρα της γυναίκας. Θέλετε να μου πείτε ποιό είναι το πρότυπό σας;

Την περίμενα χρόνια τούτη τη στιγμή. Κάποιος να με ρωτήσει. Κάπου να πω τη γνώμη μου. Κάποιος να με καταμετρήσει επιτέλους στα συμβαίνοντα. Και θαρρούσα πως ήμουν "σαν έτοιμη από πάντα" που λέει κι ο ποιητής. Αμ δε!!
Βρέθηκα ξαφνιασμένη να σκέφτομαι γρήγορα και να προσπαθώ να κερδίσω χρόνο, με την πανάρχαια μέθοδο της απάντησης δια νέου ερωτήματος:
- Σήμερα είναι η μέρα της γυναίκας;
Όχι, μου απαντά η απογράφουσα την "κοινή γνώμη". Σε μία εβδομάδα.
Ανακούφιση ανθίζει στο χαμόγελό μου. Ωραιότατα, αποκρίνομαι. θα το σκεφτώ μέχρι τότε και θα σας απαντήσω εγκαίρως.

---------------------------
Επιστρέφω στο γραφείο και το ερώτημα κουδουνίζει μονότονα στο μυαλό μου. Το αποκρούω με μπλοζόν κάνοντας βόλτα στη μπλοκόσφαιρα. Ώσπου, έρχεται ο
Πετεφρής με τα ξόρκια του και με .. αποτελειώνει.
Ευσυνείδητα βρίσκομαι να πασχίζω να ανακαλύψω (έστω και όψιμα) το γυναικείο μου πρότυπο. Μην είναι μοντέλα; Μην είναι σταρ του σινεμά; Του Περιστυλίου έστω; Μην είναι η Μαίρη Παναγιωταρά ή η Παναγιωταρέα; Ξεφυλλίζω ενδόμυχα γυναικείες φάτσες και απορρίπτω ασυζητητί.

Η "μέρα της γυναίκας" υπήρξε πάντα ένα απειλητικό ορόσημο, απ' αυτά που αδυνατεί να συλλάβει το φτωχό μου μυαλουδάκι. Θυμάμαι την μία και μοναδική χρονιά που παρασύρθηκα και ενέδωσα στα ειωθότα. Στριμωγμένη σε ένα ασφυκτικά γεμάτο μπουζουκομάγαζο, ανάμεσα σε ξεσαλωμένες οικοκυράδες που σιχτίριζαν τους συζύγους για όσα τους στέρησε η παλιοζωή: Μία καριέρα αλά "δεσποινίς διευθυντής", δηλαδή, και μία τύχη αλά Τζούλια Ρόμπερτς στο Pretty woman με απαραίτητο τρόπαιο έναν Ρίτσαρντ Γκήρ και άχρηστο ντεσού το "πεζοδρομιακό" κομμάτι.

Στην πίστα έβγαζαν λογύδρια κάτι "πετυχημένες" πολιτικάντισσες και κάποιες "κοινωνικά ευαίσθητες" που ξέσπαγαν την βαρεμάρα τους σε φιλανθρωπίες με το παραδάκι των εύπορων συζύγων τους. Παραδίπλα η νεώτερη γενιά: ημίγυμνες πιτσιρίκες που οραματίζονταν να γίνουν μοντέλες ή να πάρουν μέρος στο "so, you think you can dance" (προφητικά .. κι ας μην υπήρχε τότε). Και στη μέση μέση του χορού μία παρέα από ... χαμένες υπάρξεις που δεν είχαν και πολύ διάθεση να ζητωκραυγάσουν τη μέρα της γυναίκας,. Ίσως γιατί έκαναν στο πίσω μέρος του μυαλού τους κάτι συνειρμούς με τις παγκόσμιες μέρες που .. αφιερώνονται υποκριτικά σε κάθε λογής άτομα με "ειδικές ανάγκες". Στο τέλος εκείνης της -κατά μία έννοια- τραγικής νύχτας σήκωσα βλέμμα στον Παντοδύναμο και του υποσχέθηκα σιωπηλά ένα μεγαλόπρεπο "ποτέ ξανά".

Και να 'μαι σήμερα, τρία χρόνια μετά, να ψάχνω πάλι γωνίες στο δεκάρικο και να αναρωτιέμαι: Εντάξει, φεμινίστρια δεν υπήρξα ποτέ. Όχι πως δεν κατάλαβα εγκαίρως ότι .. it's still a man's world αλλά όσο να πεις, άμα διεκδικείς τις ευκαιρίες σου όλο και κάτι καταφέρνεις. Αλλά -ανάθεμά το- ένα γυναικείο πρότυπο δεν είχα ποτέ μου;
Κατόπιν ωρίμου σκέψεως το μυαλό μου έτρεξε στη Μελίνα. Όχι τόσο στην πολιτικό, ή στην ηθοποιό, όσο στη γυναίκα. Ή έστω στο σύνολο των τριών. Στο άψογο συνταίριασμά τους. Στον τρόπο που είχε να "αγγίζει" τα πράγματα. Στην αύρα της. Στην σιγουριά που απέπνεε για όσα έλεγε, σε βαθμό που όχι μόνο σε έπειθε, αλλά σ' έκανε και να δεις τα μελλούμενα με τα δικά της μάτια. Ναι, η Μελίνα θα μπορούσε να 'ναι γυναικείο πρότυπο. Τίποτα μίζερο και τυποποιημένο. Μία γυναίκα όλο πάθος και όρεξη.
Λίγοι ξέρουν ότι η σκέψη της για την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα πρωτοειπώθηκε στην Κρήτη. Oκτώβρης του 1981 και η Μελίνα έδινε συνέντευξη στο BBC.
H ιδέα είχε ξεκινήσει χρόνια πριν αλλά διατυπώθηκε για πρώτη φορά τότε. Η αφορμή δόθηκε στη δεκαετία του ΄60 όταν στα γυρίσματα της ταινίας "Φαίδρα" οι Βρετανοί ζήτησαν πληρωμή για να αφήσουν το ελληνικό συνεργείο να κινηματογραφήσει τα γλυπτά. Η Μελίνα έθεσε το θέμα επίσημα για πρώτη φορά ως Υπουργός Πολιτισμού τον Ιούλιο του 1982 στο Μεξικό στη Διεθνή Διάσκεψη Υπουργών Πολιτισμού της UNESCO και δεν σταμάτησε να αγωνίζεται γι' αυτό μέχρι το θάνατό της. "Πρέπει να καταλάβετε τι σημαίνουν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα για μας" έλεγε. "Είναι το καμάρι μας. Είναι οι θυσίες μας. Είναι το υπέρτατο σύμβολο ευγένειας. Είναι φόρος τιμής στη δημοκρατική φιλοσοφία. Είναι η φιλοδοξία και το όνομά μας. Είναι η ουσία της ελληνικότητάς μας". Και " Αν με ρωτήσετε εάν θα ζω όταν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα επιστρέψουν στην Ελλάδα σας λεω πως ... ναι θα ζω. Αλλά κι αν ακόμη δεν ζω πια, θα ξαναγεννηθώ".

"... Βλέπουμε την αλληλουχία των αρχαίων πολιτισμών κομματιασμένη, το παρελθόν γκρεμισμένο και τις θαυμάσιες ιδιαιτερότητες ξεθωριασμένες. Η μνήμη μας απειλείται και η ψυχή μας ξεραίνεται, η δημιουργικότητα ασφυκτιά, το παρόν ξεριζώνεται. Όποιος δεν έχει παρελθόν δεν έχει παρόν, λέει μια αραβική παροιμία. Αυτό το παρελθόν πρέπει να αναδυθεί από τα μουσεία για να γίνει πηγή έμπνευσης και δημιουργίας, να γίνει όργανο και χαρά του λαού ..."
Μελίνα Μερκούρη, Μεξικό, 29 Ιουλίου 1982

Παγκόσμια Διάσκεψη της UNESCO για την Πολιτιστική Πολιτική


Τέτοιας υφής άνθρωπος. Πληθωρικός κι επαναστάτης. Με το βλέμμα μόνιμα στραμμένο σ' ένα μέλλον που διεκδικεί ρίζα στην αίγλη του παρελθόντος. Στα μέσα της δεκαετίας του 50 βρέθηκε στην Κρήτη για τα γυρίσματα της ταινίας "ο Χριστός ξανασταυρώνεται". Ο Καζαντζάκης κι ο Ντασέν ήταν στο πλευρό της.

Ήμουν αγέννητη σε κείνο το πρώτο της πέρασμα. Τη γνώρισα πολύ αργότερα. Σε κάτι προεκλογικές συγκεντρώσεις "πράσινων" εποχών με τιμονιέρη τον Αντρέα. Χάιδευε τότε αυτός ηδονικά την Κρήτη κι εκείνη του αφηνόταν σαν ερωμένη που διψάει για περιπτύξεις. 

Ακόμη και στην εξέδρα της προεκλογικής φιέστας έβλεπα στη Μελίνα το "τρισυπόστατο": την πολιτικό, την ηθοποιό και τη γυναίκα. Ο λυρισμός της φωνής, οι κινήσεις των χεριών, η γλώσσα του σώματος, η προσωποποίηση της πειθούς. Κι όλα μαζί να φτιάχνουν ένα μαγικό ραβδάκι και να μην αφήνουν κανένα ασυγκίνητο. Υπερβολές .. θα πει όποιος δεν τη ζύγωσε. Καλά ειπωμένο, αλλά με άλλη σημασία: η Μελίνα ήταν ολόκληρη μία υπερβολή της γυναικείας φύσης.

Πάσχισα να σταθώ με όλη την συστολή των νιάτων μου κάποτε απέναντί της, διψώντας για μία δήλωση, από κείνες τις τετρημένες με τα "αγαπώ πολύ την Κρήτη". Θυμάμαι το φουλάρι της, που ανέμιζε σαν υποσχετική, καθώς κατέβαινε τη σκάλα της Νομαρχίας. Δεν ήλπιζα να την σταματήσω καν. Ένας σίφουνας που κυνηγούσαν καμιά δεκαριά παρατρεχάμενοι, ξεγλωσσισμένοι στο κατόπι της. Με προσπέρασε φουριόζα και έξαφνα κοντοστάθηκε. "Ξέχασα τα τσιγάρα μου" είπε σε κάποιον της συνοδείας. Ήταν η στιγμούλα μου. Η ευκαιρία μου. Ξαναζύγωσα πιο θαρρετά. Επανέλαβα το "ποίημα" μου και αυτή τη φορά με κοίταξε χαμογελαστή.
"Πώς σε λένε;" με ρώτησε και ξεκίνησα να απαντώ "Μαριάννα Κο ..." αλλά μ' έκοψε απότομα: "Φτάνει το Μαριάννα.
Οι γυναίκες δεν θα πρεπε να 'χουμε επίθετα. Γι' αυτό χαίρομαι όταν με λένε Μελίνα. Τα επίθετα ταιριάζουν στους άντρες. Εμείς προσδιοριζόμαστε πιο εύκολα".

Το ΄λεγε και γελούσε με κείνο το δυνατό γέλιο της Στέλλας. Για χρόνια το άκουγα να ηχεί με αναίδεια στο μυαλό μου κάθε φορά που κάποιος αδυνατούσε ή απέφευγε να με καλέσει τυπικά με το επίθετο μου. "Οι γυναίκες δεν θα πρεπε να χουμε επίθετα". 

Ούτε καν πρότυπα, τολμώ να συμπληρώσω συνειρμικά. Αλλά αν σώνει και καλά, το δεύτερο δεν αποφεύγεται τότε, η Μελίνα θα μπορούσε να 'ναι γυναικείο πρότυπο. Κι ίσως να την στοίχιζα προσεκτικά πλάι στη γιαγιά μου που δεν της έμοιαζε καθόλου.
Δύσκολο να πεις ότι έχεις πρότυπο τη γιαγιά σου στα κοριτσόπουλα των σφυγμομετρήσεων. Η ιστορία την αγνόησε και .. Υπουργείο δεν της δόθηκε ποτέ. Μία άσημη Ελένη. (το τραγούδι της ταιριάζει "γάντι". Και σε κείνη ... και σε κάθε Ελένη ) Μεγάλωσε όμως έντεκα παιδιά. Έθαψε πέντε. Έσπειρε τη γη της και στήριξε τον άντρα της, ως τα στερνά της. Κατάπιε ένα τσουβάλι απώλειες και στάθηκε ολόρθη. Είχε ένα πικρό χαμόγελο σαν μιλούσε για πολέμους και για πείνα. Έβλεπες τη σκιά στα μάτια της. Την κούραση από τους κόπους που κανένα βραβείο δεν αναγνώρισε. Η μόνη της καριέρα ήταν που γίνηκε σύντροφος και μάνα. Αλλά έβαλε και στα δυό όση αξιοσύνη διέθετε.
"Άλλων καιρών τρεχούμενα" που θα λεγε κι η ίδια για να κλείσει την κουβέντα.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Το γυναικείο πρότυπο και άλλα ευτράπελα"

Πέμπτη, Ιουνίου 1

Η Τίγρης που θα ... ΕΠΙΤΕΘΕΙ !!!

Μεγαλώνοντας χάνουμε το προνόμιο να .. αλλάζουμε γνώμη. Κι αν ακόμη συμβεί αυτό αρνούμαστε να το παραδεχτούμε. Θυμάμαι δύο μόνο φορές στα τελευταία μου χρόνια που ένιωσα έντονα την επιθυμία να φωνάξω "ανάθεμά κι αν ξέρω τι θέλω". Η πρώτη ήταν την βραδιά που ανακοινώνονταν τα αποτελέσματα για την διοργάνωση της Ολυμπιάδας του 2004. Λέγαμε στην παρέα πόσο μάταιο και άχαρο θα 'ταν να επιλεγεί η Αθήνα, πόσες περιπέτειες θα προκαλέσει. Λέγαμε ... λέγαμε .. αφορισμούς, κριτικές κι όταν ακούστηκε το 'Athens" μια δύναμη αλλόκοτη με τίναξε από την καρέκλα και μ' έβαλε να πανηγυρίζω πλάι στους γύρω μου που έκαναν το ίδιο αλλόκοτα σαν τρελοί.

Το ξαναθυμήθηκα την Κυριακή στο Διαβαϊδέ. Είναι ένας μικρός κι αμόλυντος τόπος στην απόληξη του Καστελλίου που βάλθηκε να γιορτάσει τον Αύγουστο με κεραστές ένα συγκρότημα παραδοσιακής μουσικής, γνωστό εντός κι εκτός Κρήτης: τους Χαϊνηδες. Μοίρα αγαθή στο απόγειο του κεφιού έφερε στο πάλκο και τον Ψαραντώνη. Για πολλούς από μας παραμένει μία από τις τελευταίες εικόνες κρητικής κουζουλάδας: με κείνη την μανία του να ανακατεύει διαρκώς τα ατημέλητα πυκνά μαλλιά του σε μία εποχή που όλοι πασχίζουν να μην ξεφύγει τρίχα και ξεστρατίσει από την καθεστηκύια τάξη.
Η ΤΙΓΡΗΣ (Εδώ από το Youtube το ακούτε και το βλέπετε)
Είχα ακούσει την "τίγρη" τους. Ένα τραγούδι που έγραψε ο Δημήτρης Αποστολάκης των Χαϊνηδων και ερμηνεύει ο εμβληματικός Ψαραντώνης. Την θεωρούσα μία μελωδία με όμορφο πρωτότυπο στίχο. Σ' όλη την διάρκεια της βραδιάς άκουγα το πλήθος να απαιτεί επίμονα την "Τίγρη". Σε βαθμό που σκέφτηκα πως αδικούσαν κατάφορα ένα σωρό άλλα όμορφα ακούσματα. Ώσπου, ο Ψαραντώνης πήρε το μικρόφωνο κι ακούστηκαν οι πρώτες νότες της. Ένιωσα τον τρόπο που το πλήθος κρατούσε την ανάσα του κι αφουγκραζόταν την σιγανή του φωνή. Άρχισε σαν ψίθυρος ενός τιτάνα της κρητικής μουσικής που έμοιαζε να γέρνει πια από το βάρος της. Μέχρι που στην επωδό, αυτό το Θείο τέρας πετάχτηκε ολόρθο με την χάρη του αιλουροειδούς και βροντοφώναξε πως θα "ΕΠΙΤΕΘΕΙ".
Τόσες τίγρεις γύρω μου κι ... εντός μου είχα καιρό να συναντήσω. Κι έτσι άλλαξα πάλι γνώμη. Είναι τραγούδια που αλλιώς τ' ακούς κι αλλιώς τα ζεις. Κι είναι και "τίγρεις" που θαρρείς πως ναρκώθηκαν αλλά έχουν τελικά ακόμη ελπίδες να επιτεθούν.

Υ.Γ. Στον Αδάμ και τη Νεκταρία που δεν κάθονται ήσυχοι και μας ξεσηκώνουν !!!
Υ.Γ.1 Στον Δημήτρη τον Αποστολάκη, τον μύστη της βραδιάς, που "συντονού" του μας ταξίδεψε
Υ.Γ.2 Για τους μη μυημένους φίλους μου οι στίχοι ακολουθούν:

Στίχοι:  
Δημήτρης Αποστολάκης
Μουσική:  
Δημήτρης Αποστολάκης


Έχω μια τίγρη μέσα μου, άγρια λιμασμένη
π’ όλο με περιμένει
κι όλο την καρτερώ, 
τηνε μισώ και με μισεί, θέλει να με σκοτώσει, 
μα ελπίζω να φιλιώσει
καιρό με τον καιρό.

Έχει τα δόντια στην καρδιά, τα νύχια στο μυαλό μου
κι εγώ για το καλό μου
για κείνη πολεμώ
κι όλου του κόσμου τα καλά με κάνει να μισήσω, 
για να της τραγουδήσω τον πιο βαρύ καημό.

Όρη, λαγκάδια και γκρεμνά με σπρώχνει να περάσω, 
για να την αγκαλιάσω
στον πιο τρελό χορό, 
κι όταν τις κρύες τις βραδιές θυμάται τα κλουβιά της, 
μου δίνει την προβιά της
για να τηνε φορώ.

Καμιά φορά απ’ το πιοτό πέφτομε μεθυσμένοι, 
σχεδόν αγαπημένοι, 
καθείς να κοιμηθεί
και μοιάζει ετούτη η σιωπή με λίγο πριν την μπόρα, 
σαν τη στερνή την ώρα
που θα επιτεθεί.

buzz it!


Permalink για το "Η Τίγρης που θα ... ΕΠΙΤΕΘΕΙ !!!"

Σάββατο, Μαΐου 20

"Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός"


Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη ώρες και ώρες.

Γλασέ χαρτί ήταν; Δεν είμαι σίγουρη πια. Κόλλες μεγάλες από το βιβλιοπωλείο. Να κόψουμε όμορφα σχήματα και να τα κολλήσουμε προσεκτικά να μη βρει χαραμάδες ο άνεμος. Ξυλαράκια από το μαραγκούδικο του κυρ Παναγιώτη. Να μας κυνηγάει γελώντας κάτω από τα σκονισμένα μουστάκια του. Σπάγκο ελαφρύ για τα ζύγια. Εφημερίδες ψαλιδισμένες στην ουρά. Κι η καλούμπα στεριωμένη στο κέντρο.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν — ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω
κάτι σαν την “ανάμνηση τον μέλλοντος”

Μέρες παλεύαμε να τον ... αναστήσουμε. Μπλεγμένα στη φαντασία μας όλα τα σύνεργα. Ψαλίδια, ξυλοκοπτική, χαρτοκοπτική. Οι τέμπερες που βαζαν το χρώμα. Κι η ψυχή να φτερουγάει μη βρέξει. Να ναι ο ουρανός του καλοτάξιδος. Να πάει ψηλά. Να δει και να μας φέρει κόσμους.

όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία — φοβόμουνα και μου άρεσε
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι. . .

Κι ο Θεός των ανέμων δεν είχε πάντα κατανόηση στα ντέρτια μας. Μας κρυφοκοίταζε στο δασάκι που πασχίζαμε. Κι άλλοτε γέλαγε κρατώντας την κοιλιά του με τις τρεχάλες μας. Κι άλλοτε έπαιζε μαζί μας κι αυτός, φυσώντας τις ελπίδες μας. Και τότε η καλούμπα ξέκοβε, ανασαίνοντας ελευθερία. Μέναμε να τον κοιτάμε να μακραίνει, το ίδιο λεύτερα κουρασμένοι.

Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελονσανε·
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: “δεσποινίς”
φοβόμουνα και μον άρεσε.
Ήταν οι “πάνω άνθρωποι” έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους “κάτω”·
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια”
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ‘βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.

Επιστροφή. Έψαχνα τη γαλάζια μου σκέπη με το βλέμμα. Να τον εντοπίσω. Να βρω πόσο αλλάργεψε και που σιμώνει. Και μόλις βράδυαζε ρωτούσα: "Φτάνει τώρα στη Σαλονίκη; Αύριο θα 'ναι στην Αγγλία; Πόσο θέλει για Αμερική;" Άσχετη στους παγκόσμιους χάρτες από τότε! Όπου δεν έφτανε το μάτι μου, όλα ξενητεμένα.

Ήταν θυμάμαι ” Ή Άννέτα με τα σάνταλα”
” Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης”
το “Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει”
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω — δεν ονειρευόμουν
αίφνης εκείνο το “Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί
για σένα”.
Μου το ‘χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το ‘χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον
αέρα

Έκλεινα τα μάτια και τον έβλεπα να πετά ακούραστος. Ένα τοσοδούλικο φτεράκι στον άνεμο. Η κουκίδα που στειλα στα πέρατα. Τότε πίστευα πως μια μέρα θα τον ξαναβρω. θα λύσω τα ξυλίκια και θα μάθω όσα είδε. Σαν εικόνες να δίπλωνε για χάρη μου στα ζύγια.
Παιδιάστικες σκέψεις ...

φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·
φοβόμουνα και μου άρεσε
το δωμάτιο μου ανέβαινε
ή εγώ — δεν το κατάλαβα ποτέ μου.

Μέρες στεκόμουν στην αυλή με τα μάτια τεντωμένα στην ανίχνευση. Μάταια.
"Έγραψα πάνω τ' όνομά μου. Θα τον βρουν και θα τον στείλουν πίσω" κλαψούριζα κρατώντας σφικτά ό,τι απέμεινε από την καλούμπα. Η μητέρα χαμογέλαγε: "θα επιστρέψει, μα θα κάνει χρόνια. Είναι μεγάλο το ταξίδι του. Εσύ όμως να περιμένεις. Έχει πάνω τ' όνομά σου και θα γυρίσει".

Είμαι από πορσελάνη καί μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως
ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι καί τα νήπια·
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση
αείποτε μ’ έθρεψε και αυτό εναπόκειται
σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν.

Μέσα μου μάτωνα. Δεν ήθελα καν να γυρίσει πια. Αλήθεια. Δεν ήθελα. Οι άλλοι με κορόιδευαν. Αλλά εγώ το ξερα. Τίποτα δεν υπόσχεται επιστροφές σαν είναι λεύτερο. Πήρα μια μέρα ήσυχα την καλούμπα και την πέταξα στο απέναντι χωράφι.
Έκτοτε με θλίβουν αφόρητα τα παιδιά με τα ετοιματζίδικα όνειρα. Σαν δέσμια μίας εποχής που φοβάται να κοπιάσει και να απελπιστεί. Καταδικασμένα σε όσα τους "πρέπουν". Στερημένα και φτωχά στα "μακρινά του παρελθόντος πένθη".

Κάποτε
η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν — απίστευτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν·
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.

Ολόκληρο το ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη βρίσκεται εδώ. Εξαίσια "τραγουδισμένο" από την Έλλη Λαμπέτη.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το ""Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός""

Τρίτη, Μαΐου 16

Ερωτόκριτος και Αρετούσα

Αν κάτι πρωτοζήλεψα στα χωριά της Κρήτης είναι οι παλιές, μεστές και πανέμορφες μαντινάδες που ακούς. Γερόντισσες μαυροντυμένες πιάνουν και σου αραδιάζουν στις εξώπορτες αποσπάσματα από τον Ερωτόκριτο για καλωσόρισμα. Στα γλέντια οι ξακουστοί μαντιναδολόγοι κάθονται αντικρυστά και συνερίζονται ποιός θα καταφέρει να θυμηθεί μεγαλύτερο κομμάτι από το έργο του Βιτσέντζου Κορνάρου. "Να μην απορείς, μου πε κάποτε ένας τέτοιος γέροντας. Για μας είναι ο κρητικός Σαίξπηρ".


427 χρόνια !!! Πώς να μην απορώ; Η Κρήτη από το 1590 -που τοποθετείται κατά προσέγγιση η συγγραφή του Ερωτόκριτου- διαδίδει από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά τα στιχάκια του. Σκέφτομαι αν έχουμε κάτι ανάλογα πολύτιμο και καλοφυλαγμένο στις παραδόσεις που κληρονομήσαμε και .. δεν το βρίσκω. Ο παπούς μου έλεγε όλο τον Ερωτόκριτο από στήθους. Το μόνο που επέμεινε να μάθει στα 11 παιδιά του ήταν αυτό. Κάποτε ο δάσκαλος πήγε σπίτι να του πει ότι η μικρή του κόρη, το στερνοπούλι του, είναι καλή στα γράμματα. Ο παππούς μου γέλασε περιφρονητικά και του 'πε: Ίντα λες δάσκαλε; Έντεκα κοπέλια έχω και τα δέκα μάθανε αμέσως τον Ερωτόκριτο. Μόνο αυτή δεν τον κατέχει ολόκληρο. Π' ανάθεμα τις βουλές που 'χετε οι γραμματιζούμενοι.

Ακούγοντας αυτές τις χαριτωμένες παλιές ιστορίες σκέφτομαι συχνά τις διαδρομές που έκανε η έννοια της μόρφωσης τα τελευταία χρόνια μας. Κάποτε όποιος κατάφερνε την πρόσθεση χωρίς να μετράει στα δάκτυλα ήταν φωστήρας. Αργότερα έπρεπε να ξέρει τριγωνομετρία, Άλγεβρα και Μαθηματικά. Σήμερα η κβαντική μηχανική δεν φτάνει ίσως. Κι όμως ο Ερωτόκριτος αποστηθίζεται ακόμη από τα κρητικόπουλα. Όχι ως μάθημα "κορμού" ή ως must της εκπαίδευσης ... αλλά ως ανάγκη να μπολιαστούν την ομορφιά του τόπου τους.


Και καθώς συχνά νομίζουμε ότι ο μικρόκοσμός μας είναι δείγμα γραφής του σύμπαντος, ξαφνιάστηκα ακούγοντας ότι φίλοι καλοί και αγαπημένοι δεν έτυχε να διαβάσουν τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα. Κι αντί να αρχίσω με πάθος να τους προτρέπω να πάρουν την έντυπη έκδοση (έπεα πτερόεντα κάποτε οι προτροπές) σκέφτηκα να φτιάξω ένα μεγααααλο -και κουραστικό ίσως για κάποιους- ποστάριον εδώ και να εξαφανίσω κάθε δικαιολογία για τους "αδιάβαστους".

Αντί προλόγου να πω μόνο τους γνωστούς στίχους για τον ποιητή του έργου:

Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη,
εκεί ’καμε κι εκόπιασεν ετούτα που σας γράφει.
Στο Κάστρον επαντρεύτηκε σαν αρμηνεύγ’ η φύση,
το τέλος του ’χει να γενεί όπου ο Θεός ορίσει.


Δεν ξέρουμε ωστόσο με σαφήνεια ποιός Κορνάρος (φαίνονται αρκετοί στα παλιά έγγραφα, όλοι τους γόνοι εξελληνισμένων Βενετών αρχόντων) από τους πολλούς Βιτσέντζους της εποχής έγραψε τον Ερωτόκριτο. Οι ιστορικοί τοποθετούν χρονολογικά τη σύνθεση κατά το 1590. Το έργο έχει εμφανείς επιρροές από το γαλλικό μυθιστόρημα Paris et Vienne του 1432 και τον Μαινόμενο Ορλάνδο του Ariosto. Οι στίχοι του διαδίδονται από στόμα σε στόμα και ήδη το 1645 (αρχές της επίθεσης των Τούρκων στην Κρήτη) το νησί το απαγγέλει από άκρη σ' άκρη.
Πέρασε μισός αιώνας μέχρι το έργο να αποκτήσει έντυπη μορφή. Οι πηγές λένε ότι τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1713, φυσικά στη Βενετία, όπως και τα άλλα κρητικά έργα της εποχής, και ανατυπώθηκε (πράγμα σπάνιο) το 1737 λόγω της μεγάλης ζήτησης που είχε. Από την πρώτη εκείνη έκδοση σώζεται ένα και μοναδικό αντίτυπο, που φυλάσσεται στη Γεννάδιο Βιβλιοθήκη, στην Αθήνα.
Το 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού κυκλοφόρησε με τη μορφή λαϊκής φυλλάδας σε πάρα πολλές εκδόσεις, δυστυχώς πρόχειρες και με πολλά λάθη, και διαβάστηκε τόσο πολύ, που ο μεγάλος λαογράφος Νικόλαος Πολίτης (1852-1921) το 1909 έγραφε:
Μέχρις εσχάτων δε και αλλαχού μεν της Ελλάδος, αλλά προπάντως εν Κρήτη, πολλοί εκ της συχνής αναγνώσεων εγίνωσκον από μνήμης μακρά αποσπάσματα, ώστε ως παρατηρεί ο Κρης Ι. Μ. Δαμβέργης, και αν ήθελον τυχόν απολεσθή πάντα τ’ αντίτυπα αυτού, το έπος ηδύνατο ν’ απαρτισθή πάλιν ολόκληρον εκ του στόματος Κρησσών και Κρητών, «οίτινες και νυν έτι αποστηθίζοντες, μεταδίδουν αυτό διά στόματος απ’ αρχής μέχρι τέλους εις τα τέκνα και τους φίλους των». Γενιές ολόκληρες δεν έβρισκαν καλύτερη κληρονομιά να αφήσουν στα παιδιά τους από ένα αντίγραφο του Ερωτόκριτου. Ακόμη κι οι Τουρκοκρητικοί μυήθηκαν στη γλώσσα μαθαίνοντας τα πάθη της Αρετούσας.
Υπάρχουν μαρτυρίες σε χωριά της Σητείας στις αρχές του 20ου αιώνα για το πόσο πολύτιμο θεωρείτο το πόνημα του Κορνάρου που άλλοτε αναφέρεται σε διαθήκες κι άλλοτε "μοιράζεται" με τρόπο παράδοξο. Πολλά αντίγραφα βρέθηκαν στην Κρήτη σκισμένα ή κομμένα. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία που λέγεται στην Αχλαδιά της Σητείας: τρία αδέρφια μοίραζαν την περιουσία τους κι ανάμεσα σε όσα κληρονόμησαν από τα γονικά τους ήταν και το βιβλίο του Ερωτόκριτου. Κανείς δεν ήθελε να το αποχωριστεί. Σκέφτηκαν να το μοιράσουν σε αποσπάσματα στην αρχή. Αλλά κι εκεί διαφώνησαν. Στο τέλος -για να γίνει δίκαιη μοιρασιά- βάλανε το βιβλίο κάτω και το έκοψαν κατά πλάτος σε τρία ισόποσα μέρη. Όμοια κομμένα βιβλία βρέθηκαν σε μιτάτα του Ψηλορείτη και στα Σφακιά.
Η μελωδία που συνοδεύει σήμερα τα τραγούδια του -λένε- πως κατάγεται από την εποχή που γράφτηκε το έργο. Ένας σιγανός παραπονιάρικος σκοπός που αφήνει χώρο στην αφήγηση.

Ο ίδιος σκοπός που ενέπνευσε κι ένα σωρό μεταγενέστερα κρητικά τραγούδια, που συχνά ξαναμπλέκουν τον Ερωτόκριτο στις ρύμες τους:

Είπα σου μη μπερδεύγεσαι στση ζώνης μου τα κρούσσα,
γιατί θα σύρεις βάσανα ωσάν την Αρετούσα!

(Ν. Ξυλούρης, δίσκος «Τα που θυμούμαι τραγουδώ», Columbia 1975)

Γιατί μπαίνω στον κόπο; Δεν βρίσκω καλύτερη απάντηση από όσα έγραψε ο Κωστής Παλαμάς για τον Βιτσέντζο Κορνάρο: Ντροπή στο Έθνος που ακόμα δεν κατάλαβε, ύστερ’ από πέντε αιώνων περπάτημα, πως ο ποιητής του Ερωτόκριτου, αυτός είναι ο «μέγας του Ελληνικού Έθνους και αθάνατος ποιητής»!
Μία από τις καλύτερες επεξεργασίες πάνω στην αρχική έκδοση του 1713 (έκδοση Βενετίας) έκανε ο αείμνηστος Γιώργος Σαββίδης. Και καθώς το έργο -ευτυχώς- δεν έχει συγγραφικά δικαιώματα να το περιορίζουν θα το βρείτε ολόκληρο εδώ.
Ο τόπος και ο χρόνος της ιστορίας παραμένουν αιωρούμενα σε μία ασάφεια. Αρχικά, η υπόθεση του ποιήματος φαίνεται να λαμβάνει χώρα στην Αρχαία Αθήνα, επί των ημερών του βασιλιά Ηράκλη (μυθικό πρόσωπο) αλλά στη συνέχεια ο ποιητής εισάγει πρόσωπα, γεγονότα και τόπους που αναφέρονται στο Μεσαίωνα και στην εποχή του. Η υπόθεση του έργου περιστρέφεται γύρω από τον έρωτα του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας, κόρης του βασιλιά, ένας έρωτας ο οποίος χρησιμεύει ως άξονας στον ποιητή για να υμνήσει τη φιλία, την ανδρεία και την αγάπη προς τη πατρίδα.
Ο Ερωτόκριτος ήταν γιός του Πεζόστρατου, συμβούλου του βασιλιά, ανήκοντας έτσι σε κατώτερη κοινωνική τάξη από την πριγκίπησα, κάτι που καθιστούσε αδύνατη οποιαδήποτε σχέση μεταξύ τους. Ο ερωτοχτυπημένος νέος, μην έχοντας τη δυνατότητα να εκδηλώσει την αγάπη του προς την Αρετούσα, τραγουδά μεταμφιεσμένος κάτω από το παράθυρό της τα βράδια, ενώ η πριγκίπησα αναπτύσσει σιγά-σιγά αισθήματα προς τον άγνωστο τραγουδιστή. Οταν ο Ερωτόκριτος αναγκάζεται, μαζί με το φίλο του Πολύδωρο, να σκοτώσει δέκα από τους σωματοφύλακες του βασιλιά που είχαν σταλεί για να τον συλλάβουν, αυτοεξορίζεται στην πόλη του Εγρίπου, όπου προσπαθεί αποτυχημένα να ξεχάσει τον έρωτά του.

Η Αρετή, όταν ο άγνωστος τραγουδιστής παύει να ακούγεται κάτω από το παράθυρό της τα βράδια, ανακαλύπτει πόσο της λείπει. Σε μια επίσκεψη της Αρετής στο σπίτι του Πεζόστρατου, του πατέρα του Ερωτόκριτου, η νέα ανακαλύπτει τα τραγούδια και την εικόνα της, μαθαίνοντας έτσι την ταυτότητα του θαυμαστή της και -τότε- πέφτει πια σε βαθιά θλίψη. Θέλοντας να διασκεδάσει την κόρη του, ο βασιλιάς Ηράκλης διοργανώνει αγώνες κονταρομαχίας, όπου καλούνται οι διαπρεπέστεροι ευγενείς της εποχής. Στους αγώνες λαμβάνει μέρος και ο Ερωτόκριτος, ο οποίος έρχεται νικητής και στεφανώνεται από τα χέρια της αγαπημένης του πριγκίπησας. Παίρνοντας θάρρος από τη νίκη του, ο νέος τολμά να ζητήσει σε γάμο την αγαπημένη του από τον πατέρα της, το βασιλιά. Μαντατοφόρο στέλνει τον δικό του πατέρα, τον Πεζόστρατο. Ο Ηράκλης όμως εξοργίζεται, αποπέμπει το σύμβουλό του, εξορίζει τον Ερωτόκριτο και διατάζει την κόρη του να παντρευτεί τον διάδοχο του θρόνου του Βυζαντίου. Η Αρετή αρνείται και ο Ηράκλης την κλείνει σε ένα σκοτεινό και υγρό μπουντρούμι, μαζί με την παραμάνα της, όπου για μία πενταετία, υφιστάμενες πολλές κακουχίες κι οι δυό τους. Την ίδια εποχή, ο βασιλιάς της Βλαχίας Βλαντίστρατος κηρύσσει τον πόλεμο στην Αθήνα και εισβάλλει με το στρατό του προκαλώντας τεράστιες καταστροφές. Ο Ερωτόκριτος πονά μαθαίνοντας στην εξορία τα νέα του τόπου του. Κάποτε αποφασίζει να δράσει.Αφού πίνει ένα μαγικό υγρό που αλλάζει την εξωτερική του εμφάνιση, έρχεται να βοηθήσει την πατρίδα του και προκαλεί τεράστιες απώλειες στον εχθρικό στρατό, ενώ σε μια από τις συγκρούσεις σώζει τη ζωή του, γέροντα πλέον, βασιλιά Ηράκλη και του φίλου του Πολύδωρου.


Η τύχη του πολέμου κρίνεται σε μια επική μονομαχία του Ερωτόκριτου με τον ανηψιό του βασιλιά της Βλαχίας, τον Άριστο. Ο Ερωτόκριτος νικά, σκοτώνοντας τον αντίπαλό του αλλά τραυματίζεται ο ίδιος σοβαρά. Οι Βλάχοι αποσύρονται, οπότε ο Ερωτόκριτος μεταφέρεται στα βασιλικά ανάκτορα, στο δωμάτιο και το κρεββάτι της Αρετής, όπου και μένει αρκετό καιρό μέχρι να θεραπευτεί. Μετά, ο βασιλιάς Ηράκλης θέλοντας να του εκφράσει την ευγνωμοσύνη του, προσφέρεται να τον υιοθετήσει και να του παραχωρήσει το μισό του βασίλειο. Ο ήρωας όμως αρνείται και ζητά να απελευθερωθεί η Αρετή και να του επιτραπεί να την παντρευτεί. Αρχικά η πριγκίπησα αρνείται να παντρευτεί τον άγνωστο, οπότε ο Ερωτόκριτος πηγαίνει ο ίδιος να την αναζητήσει και, διαπιστώνοντας την πίστη της στην αγάπη του τόσα χρόνια, αποκαλύπτει την πραγματική του μορφή. Το τέλος θα το αφήσω μετέωρο, μπας και πείσω όσους το αγνοούν να το ανακαλύψουν διαβάζοντας :)

** Πολύτιμες πηγές το Εργαστήρι της Κρητικής μουσικής και το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Ερωτόκριτος και Αρετούσα"

Σάββατο, Απριλίου 29

"Κι αυτό θα περάσει"


"Κατάγομαι από μία γη αλλιώτικη" μου 'λεγε και συνέχιζε ακάθεκτη να ξεσκονίζει και να τακτοποιεί. Ανύπαρκτες σκόνες κατά την γνώμη μου. Όλα γύρω έλαμπαν. Περιπλάνησα το βλέμμα άλλη μία φορά στο χώρο της. Όλα ίδια και απαράλλαχτα χρόνια τώρα. Ένα παλιό σερβάν με βαρύ σκάλισμα. Και πάνω του φωτογραφίες με ασημένιες κορνίζες. Τραπεζαρία από ξύλο σκούρο με πόδια περίτεχνα. Στο κέντρο του τραπεζιού ένα βάζο γεμάτο τριαντάφυλλα. Καρέκλες με βελούδινα μαξιλάρια. Βυσσινί. Ίδιο χρώμα με τις κουρτίνες. Και στην άκρη της κάμαρας ένα μπαούλο. Πάνω του ακριβώς μία κιτρινισμένη φωτογραφία. Εκείνη καθιστή με μακρύ λευκό φόρεμα και εκείνος όρθιος πίσω της. Όμορφοι και οι δύο. Νέοι, αισιόδοξοι, χαμογελαστοί.
Σταμάτησε να μετακινεί αντικείμενα και με κοίταξε. "Ήταν όμορφος άντρας ο Βαγγέλης μου. Και με πρόσεχε. "Καλοπαντρεμένη" με φώναζαν στη γειτονιά. Περπατούσε πλάι μου και έβλεπες την έγνοια στα μάτια του". Σταμάτησε. Αναστέναξε. "Αλλά κι εγώ ήμουν όμορφη. Δες τα μάτια μου. Το χαμόγελό μου. Τον αγαπούσα τον Βαγγέλη. Λαμποκοπούσα δίπλα του".
Πρώτη φορά την άκουγα να μιλά για τα παλιά. Μπαινόβγαινα στην κάμαρά της από παιδάκι. Κοντοστεκόμουν πάντα στην πόρτα και ρουφούσα το άρωμα της καθαριότητας. Λεβάντα και απορρυπαντικό. Ένα μείγμα παράξενο που θαρρώ δεν θυμάμαι παρά μόνο στο σπίτι της. Μετά βουτούσα άνετα το χέρι στο βάζο με τις καραμέλλες και καθόμουν πλάι της μπουκωμένη να την κοιτάζω να πλέκει και να τραγουδάει. Είχε φωνή αταίριαστη με το παρουσιαστικό της. Ψηλή, νταρντάνα, αρχοντογυναίκα η ίδια κι η φωνή της λεπτή, βελούδινη, κοριτσίστικη, μαγευτική. Μόλις έπαιρνε να σουρουπώνει περνούσαμε στο διπλανό δωμάτιο. Την έβλεπα να ανάβει το καντήλι στα εικονίσματα. Και μετά έβαζε το ραδιόφωνο να μουρμουρίζει χαμηλά. Έπαιρνε ένα βιβλίο και άρχιζε να μου διαβάζει μεγαλόφωνα. Ακόμη κι όταν μεγάλωσα κάθε φορά που την επισκεπτόμουν έκανε ακριβώς τα ίδια πράγματα. Άνοιγε το βάζο να μου προσφέρει καραμέλλες, έπιανε το πλεκτό, τραγουδούσε, άναβε το καντήλι και μετά διάλεγε ένα βιβλίο και άρχιζε την ανάγνωση. Αναρωτιόμουν αν όλα γίνονταν για μένα ή θα γίνονταν και χωρίς εμένα.
Κόντευε τα ογδόντα πια. Της έριχνα πλάγιες ματιές και σκεφτόμουν πως λιγόστεψαν τα μαλλιά της. Παιδί τα θαύμαζα όταν δύο στιγμές πριν το διάβασμα χανόταν στο μικροσκοπικό μπάνιο για να φορέσει την μακρυά νυχτικιά της. Βαμβακερή ή μάλλινη. Ανάλογα τον καιρό. Και μετά έβγαζε μπροστά μου τις φουρκέτες και η πλούσια κόμη αφηνόταν λεύτερη. Στεκόταν μπροστά σε ένα καθρέφτη που έγραφε το εξής περίεργο "ΚΙ ΑΥΤΟ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ". Έπαιρνε την βούρτσα και τα χτένιζε με μανία. Κάποτε κατάλαβα ότι χτένιζε και μετρούσε.
- Τι μετράς κυρά Στέλλα? τη ρώτησα
- Εκατό φορές, είπε. Τα χτενίζω εκατό φορές. Έτσι πρέπει.
Της άρεσε το "έτσι πρέπει". Τις δύσκολες απαντήσεις της έκλεινε πάντα μ' αυτό. Και μετά δεν σήκωνε κουβέντα.
Αυτό με τις εκατό φορές πάντως για κάποιο λόγο μου 'χε καρφωθεί στο μυαλό. Κάθε φορά που κρατούσα χτένα και κοιταζόμουν στον καθρέφτη, το θυμόμουν.
Μια άλλη φορά την ρώτησα για τον καθρέφτη. Οβάλ, μικρός, με ένα ξύλινο πλαίσιο και πάνω του χαραγμένη αυτή η φράση.
- Ποιός το γραψε αυτό? ρώτησα
- Εγώ, απάντησε.
- Και γιατί το 'γραψες κυρά Στέλλα? επέμεινα.
- Για να το θυμάμαι, μου είπε. Όλα περνούν. Να το θυμάσαι κι εσύ.
Έλεγε φράσεις κοφτές. Και μετά με κοίταζε με ένα βλέμμα παράξενο. Σαν να μου 'λεγε "τσιμουδιά". Και πράγματι σώπαινα. Δεν ξαναρωτούσα. Κι όταν καταλάβαινε ότι σκεφτόμουν την τελευταία της κουβέντα χαμογελούσε.
Σήμερα έβλεπα την κακία του χρόνου. Τα μαλλιά της κάτασπρα πια και λιγοστά. Σε αυστηρό κότσο πάντα. Με φουρκέτες πάντα. Ίσως να τα βούρτσιζε ακόμη κάθε βράδυ εκατό φορές. Το σώμα της καμπούριαζε. Τα μάτια της είχαν βαθουλώσει στις κόγχες. Κάποιες στιγμές θαρρούσα πως βούρκωναν. Ένα μαντηλάκι εμφανιζόταν από την μανσέτα του πουκαμίσου της διακριτικά και τα σφούγγιζε. Και μετά ξαναχανόταν εκεί. Λιγομίλητη όπως πάντα.
- Να σου φτιάξω καφεδάκι, επέμενε όταν με καλωσόρισε. Δεν της χάλασα χατήρι. Την ακολούθησα στην κουζίνα. Η ίδια μυρωδιά όπως παλιά. Την είδα να ξεκρεμάει το μπακιρένιο μπρίκι και να ανάβει το πετρογκάζ. Να τακτοποιεί το φλυτζανάκι και το ποτήρι στο δίσκο. Ασημένιος κι απάνω λευκή χειροποιήτη δαντέλα. Ο καφές μου έκανε τις απαραίτητες φουσκάλες και το καϊμάκι και τον πήγαμε στην τραπεζαρία. Άναψα τσιγάρο όταν την ειδα να κουβαλάει πάλι το βάζο με τις καραμέλλες, να το ανοίγει και να το αφήνει πλάι μου. Μετά βάλθηκε να ξεσκονίζει. Και ακόμη πιο μετά είπε εκείνη την παράξενη κουβέντα: "κατάγομαι από μία γη αλλιώτικη". Πράγματι, η Πόλη είναι μία γη αλλιώτικη. Η γη των νοικοκυραίων. Στο μυαλό μου -εξ' αιτίας της- Πόλη σήμαινε πάντα γη των φρεσκοασβεστωμένων σπιτιών, των ανθισμένων αυλών, του Ιμάμ μπαϊλντί και του φρεσκοαλεσμένου καφέ. Επέμενε πάντα σ' αυτό το τελευταίο. Μία φορά της πήρα επίτηδες ένα σακκουλάκι καφέ του εμπορίου. Άστραψε!
- Καφέ θα παίρνεις μόνο φρεσκοαλεσμένο από τον Αρμένη, μου 'λεγε. Και θα παίρνεις λίγο. Να μην ξεθυμαίνει το άρωμα.
Πράγματι, ο καφές της είχε πάντα ένα μεθυστικο άρωμα και μία γεύση πιο αυθεντική. Κοίταξα αφηρημένα την εξώπορτα. Θυμήθηκα την ιστορία με το πρώτο δόντι που έπρεπε να χάσω. Καθόμουν εκεί στο σκαλοπάτι της και το κουνούσα με το δάκτυλο.
Με χάζευε ώρα ώσπου ρώτησε:
- Τι συμβαίνει?
- Το δόντι μου κουνιέται.
- Α πρέπει να το δέσουμε στην πόρτα, είπε γελώντας. Σηκώθηκε και έκοψε λίγο σπάγκο από το κουβάρι που 'πλεκε. Τρόμαξα.
- Τι θα κάνεις εκεί?
- Εσύ θα το κάνεις, μου 'πε. Θα δέσεις την μία άκρη του σπάγκου στην πόρτα, την άλλη στο δόντι σου και μετά θα κλείσεις την πόρτα απότομα. Είναι ένα παιχνίδι με τα δόντια που παίζουν όλα τα παιδιά.
Με έπεισε. Έδεσα τον σπάγκο στην πετούγια της πόρτας και μετά κοντοστάθηκα.
- Θα πονέσω? τη ρώτησα.
- Στάσου να δω το δόντι και θα σου πω, μου είπε.
Άνοιξα το στόμα και το ακούμπησα με το χέρι μου. Η ταλάντωση του ήταν μεγάλη. Ταυτόχρονα τη μύτη μου χτύπησε μία μυρωδιά από ούζο. Αλλά ο νους μου ήταν αλλού. Κρατούσα σφικτά την άκρη του σπάγκου, νιώθοντας ασφαλής καθώς ήταν ακόμη μακριά από το δόντι μου.
- Ποιό καλέ? Αυτό το δόντι? είπε κι αμέσως ένιωσα την γεύση του αίματος στο στόμα. Πόνος μηδέν. Κι ο σπάγκος που με ξεγέλασε, έμεινε ένα παιχνίδι αχρησιμοποιήτο αλλά χρήσιμο. Δεμένος μάταια σε εκείνη την εξώπορτα. Πριν φύγω τύλιξε το δόντι σε ένα μαντήλι και μου το 'βαλε στο χέρι.
- Να το δώσεις στη μάνα σου, είπε.

Και να 'μαστε τώρα. Τρεις δεκαετίες μετά. Καθισμένες πάλι στον ίδιο χωρο να κοιτάμε κι οι δυό την εξώπορτα.
- Θυμάσαι το δόντι μου και τον σπάγκο? της είπα αυθόρμητα.
- Έσφιξες το νήμα στο χέρι σου, είπε και γέλασε. Μ' εμπιστεύτηκες όμως. Κι άλλες φορές με εμπιστεύτηκες. Θυμάσαι το σκισμένο γιακά της σχολικής ποδιάς σου? Την λευκή δαντέλα που του 'πλεξα σε μία νύχτα ολόγυρα? Θυμάσαι μία χαρτοπλεκτική που καταστρέψαμε μαζί αντί να φτιάξουμε το σωστό σχήμα και μετά κολλούσαμε τα σκισμένα κομμάτια της? Και μία ξυλοτεχνία που κόψαμε όλες τις σέγες και την άκρη του τραπεζιού μαζί?
Το 'πε και συγχρόνως σήκωσε το τραπεζόμαντηλο να μου δείξει το σημάδι. Παράξενο! Αυτά δεν τα θυμόμουν. Το μαντηλάκι της ξεπρόβαλε πάλι δειλά από τον καρπό.
- Θυμάσαι τι αγαπούσες πιο πολύ εδώ μέσα? με ρώτησε απρόσμενα και με κοίταξε κατάματα.
- Εσένα, είπα γελώντας και ξόρκισα την ένταση της στιγμής. Γέλασε κι εκείνη.
- Εκτός από μένα? επέμεινε
- Τον καθρέφτη σου, είπα αυθόρμητα. Γυρίσαμε και τον κοιτάξαμε κι οι δύο από την μισάνοιχτη πόρτα. Επιβλητικός, κομψός και με εκείνο τ' όμορφο επίγραμμα.
- Θέλω να τον πάρεις, μου 'πε έξαφνα.
- Για ποιό λόγο? Εδώ θα μείνει και θα τον βλέπω κάθε φορά που θα 'ρχομαι να βλέπω κι εσένα.
- Γι' αυτό ακριβώς θέλω να τον πάρεις. Δεν θα υπάρξει άλλη φορά.
Προσπάθησα να παρηγορήσω τον φόβο της φυγής, τα γεράματα, την μοναξιά και την αρρώστια. Αμετάπειστη.
- Στο 'πα και πριν. Κατάγομαι από μία γη αλλιώτικη. Ζυμώθηκα με το λάδι μου και ξέρω πότε λιγιαίνει.
Την αποπήρα. Το 'ριξα στα καλαμπούρια. Το προσπέρασε κι εκείνη. Μα σαν αποφάσισα να τερματίσω την ... αρμένικη επίσκεψή μου έτρεξε και ξεκρέμασε τον καθρέφτη και τον τύλιξε σε ένα άσπρο πανί. Μου τον έβαλε στα χέρια κι είπε μόνο:
- Να το πιστεύεις. Η πιο μεγάλη αλήθεια που 'μαθα είναι αυτή. "Κι αυτό θα περάσει". Έτσι τα πέρασα όλα. Τον πόλεμο. Την χηρεία. Την φτώχεια. την πείνα. Τον ξεριζωμό. Την μοναξιά. Μ' ακούς; Να το κοιτάς κάθε πρωί και να σκέφτεσαι πως όλα είναι περαστικά. Κι εμείς μαζί. Περαστικοί.
Ο καθρέφτης πάνε δύο μήνες που βρίσκεται μαζί μου. Κοιτάζω την επιγραφή του και χαμογελώ συχνά. Η απίστευτη δύναμη της αισιοδοξίας. Ή μήπως της ματαιότητας?
Σήμερα το τηλεφώνημα μου ΄φερε τα άσχημα νέα της. Έφυγε.
- Ήταν τόσο ήρεμη τις τελευταίες ώρες, έλεγε η μάνα μου στο τηλέφωνο. Μας έδινε οδηγίες που θα βρούμε το καθετί. Σαν να τα είχε σκηνοθετήσει όλα.
- Κάτι άλλο είπε? ρώτησα
- Ναι, πριν φύγει έπιασε το χέρι το δικό μου και της Νίκης και μας είπε "Μην κάνετε έτσι. Κι αυτό θα περάσει".

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το ""Κι αυτό θα περάσει""

Σάββατο, Φεβρουαρίου 18

"Σ' όσους κρυφά περπάτησαν μαζί σου"

Θυμώνω σπάνια πια. Ή τουλάχιστον προσπαθώ φιλότιμα να το μετριάσω. Ίσως γιατί ανακαλώ νοερά τις ολέθριες συνέπειες του τελευταίου μου μεγάλου θυμού.

----------------------------------------------------------------

Ήταν μία από κείνες τις βρεγμένες χειμωνιάτικες μέρες. Το νερό είχε περάσει πάνω μου και μέσα μου. Ένοιωθα την υγρασία στις γόβες μου, που πλατσούρισαν στις μισές λακούβες της πόλης. Στα μαλλιά μου, που φλέρταραν με το "λουζεται η αγάπη μου στον Γουαδαλκιβίρ". Στα ρούχα μου, που δεν πρόλαβαν να κρυφτούν στην κιβωτό του Νώε. Ακόμη και στο μυαλό μου, που μύριζε μούχλα και εκνευρισμό. Έτρεχα πανικόβλητη να χωθώ στο σταθμό του τρένου.
Παρασκευή μεσημέρι. "Σκέψου, έλεγα μέσα μου. Θα πάρεις το τρένο. Λίγη ταλαιπωρία ακόμη και σε λίγο θα είσαι σπίτι. Στα ζεστά σου. Άσε τον χειμώνα να λυσσάει. Έχεις ένα Σαββατοκύριακο μπροστά σου να καλοπιάσεις τον εαυτό σου. Βάλτου μουσικές, βιβλία, καλοριφέρ στο φουλ, κοίμησέ τον, άστον να τεμπελιάσει, φτιάχτου κι εκείνο το έρμο το παστίτσιο που τόσο πεθύμησες. Ωπ .. κιμά έχουμε;".
Κι εκεί ακριβώς .. ενώ αυτός ο εσωτερικός μονόλογος είχε κάνει στάση στην νοερή αναζήτηση του κιμά, ένιωσα ένα δυνατό σκούντημα. Τρέκλισα για λίγο και κόντεψα να χάσω την ισορροπία μου, ώσπου βρήκα ένα μπράτσο να κρατηθώ. Κοίταξα τον κάτοχό του και μου φάνηκε ... χαμένος εντελώς. Πλάι του δύο πιτσιρίκια σε κατάσταση παροξυσμού. Έτρεχαν, φώναζαν και πείραξαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Εξ' ου και το δικό μου σκούντημα. Του μουρμούρισα ένα "ευχαριστώ", με ξανακοίταξε σαν να ταξίδευε μίλια μακριά και του άφησα αμέσως το μπράτσο, μ' εκείνη την αδιόρατη ενοχή που έχουμε όταν στηριχτούμε τυχαία σ' έναν άγνωστο.

Δρασκέλιζα λίγα λεπτά αργότερα το κατώφλι του βαγονιού κι άκουγα τους αλαλαγμούς των μικρών "δαιμόνων" πίσω μου ακριβώς. Μπήκαμε σαρδελιαστά όλοι στον συρμό: ο μυστήριος με το "σωτήριο" μπράτσο του, εγώ που είχα σκαλώσει στον κιμά για το παστίτσιο και τα δύο φρενιασμένα πιτσιρίκια. Το ένα μάλιστα επίλεξε για σημείο στήριξης την άκρη από το μπουφάν μου. Το τρένο άρχισε να κινείται και ο μικρός κρεμούσε όλο του το βάρος πάνω μου. Ένοιωθα το μπουφάν να υποχωρεί λοξά σαν να διαμαρτύρεται για την ταλαιπωρία του. Οι βρεμένες γόβες μου με εμπόδιζαν ήδη να ισορροπήσω το δικό μου βάρος. Γύρισα και κοίταξα τον ακάθεκτο πιτσιρίκο έντονα. Κι εκείνος .. σε μία στιγμή απροσδόκητη μου 'βγαλε τη γλώσσα κοροϊδευτικά κι έβαλε τα γέλια. Ε αυτό ήταν. Ο θυμός μου είχε αρχίσει να κοχλάζει. Του τράβηξα απότομα το χέρι και το απίθωσα στο πλαϊνό χερούλι. Και πάνω που σκεφτόμουν "ουφ ξεμπέρδεψα" τον είδα να μαγκώνει ξανά ... αργά και τελετουργικά την άκρη του μπουφάν μου. Έτσι όπως μόνο ένα θρασύτατο παιδί μπορεί να το κάνει.
Φούντωσα. Ματαίως πάσχιζα σιωπηλά να συγκρατήσω την οργή μου. "Έλα, παιδί είναι και παίζει, έλεγα στον εαυτό μου. Πως κάνεις έτσι; Μίλα του όμορφα και θα καταλάβει". Η σκέψη έκανε την καλοσυνάτη μου πλευρά να αναθαρρήσει. Δοκίμασα. Χαμογέλασα βεβιασμένα και ετοιμάστηκα να του ζητήσω ευγενικά να αφήσει το μπουφάν μου στην ησυχία του. Αλλά δεν πρόλαβα. Κάτι με τρύπησε απότομα στην πλάτη. Γύρισα ξαφνιασμένη αφήνοντας μία κραυγή και αντίκρυσα τον .. έτερο Καππαδόκη με ένα ξίφος στο χέρι, που η λόγχη του κάρφωνε την βρεγμένη μου πλάτη.
Πριν "σαλτάρω" εντελώς, άνοιξαν οι πόρτες για αποβίβαση στην Ομόνοια. Το τρένο άδειασε και σε κείνη την μία στιγμή, που έχει κάποιος περιθώριο να καθίσει, βρήκα μία θέση κι έκανα τη χάρη στον εαυτό μου να το βουλώσει πάλι. Ο μυστήριος τακτοποιήθηκε όπως παρατήρησα δίπλα μου και ένα δευτερόλεπτο πριν εισβάλει το νέο μπουλούκι από την αντικρινή πλευρά, τα δύο τερατίδια θρονιάστηκαν απέναντί μου. "Μαύρη μου μοίρα", σκέφτηκα ενώ ακουμπούσα το χέρι στο περβάζι και τραβιόμουν ενστικτωδώς όσο μπορούσα μακρυά τους.

Φτάσαμε σιωπηλά και ήρεμα στη Βικτώρια. Παρέμενα ωστόσο, με νεύρα τεντωμένα λες και ψυχανεμιζόμουν νέα επίθεση του .. εχθρού. Και πράγματι. Μπαίναμε στον σταθμό της  Αττικής όταν το ξίφος άρχισε να στριφογυρίζει πάλι ανήσυχα στον αέρα. Στο ύψος των ματιών μου ακριβώς. Προσπάθησα να κοιτάξω έξω από το παράθυρο την καταιγίδα και να αγνοήσω όσο μπορούσα τον μικρό ... Ζορρό. Το νευροφυτικό μου σύστημα όμως, έπαιζε ...ταμπούρλο.
Σκεφτόμουν αυτόματα όλες τις υστερικές μητέρες που κορόιδεψα στη ζωή μου και φαντασιωνόμουν ότι τα επόμενα λεπτά σηκωνόμουν αγέρωχη και προσγείωνα στα ήδη ξαναμμένα μάγουλά του δύο δυνατά χαστούκια. Ώσπου, μία αστραπή έσκισε το τοπίο μου έξω από το παράθυρο και η φωνή του ενός "τυράννου" ακούστηκε να λέει κάτι ...ασύλληπτο: ένα "μπαμπά, πότε φτάνουμε;" το οποίο απευθυνόταν στον τύπο που καθόταν πλάι μου ακριβώς.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα καν συνδυάσει την παρουσία του με τα παιδιά. Αλλά η "αποκάλυψη" ήταν καταλύτης για όλη την σωρευμένη οργή που πάλευα να μαντρώσω τόση ώρα. Γύρισα αίφνης και χωρίς δεύτερη σκέψη, θολωμένη εντελώς, του είπα κατάμουτρα τη γνώμη μου για την αγωγή που έδωσε στα βλαστάρια του. Και σύντομα βρέθηκε να σιγοντάρει στον εξάψαλμο το μισό βαγόνι.
Τα παιδιά -λες κι ένιωσαν το κρεσέντο- σηκώθηκαν αλαφιασμένα κι άρχισαν να κάνουν περισσότερη φασαρία. Η φωνή μου ανέβαζε ντεσιμπέλ και επέστρεφε σπασμένη στ' αυτιά μου. Σαν να μη χόρταινα να του φωνάζω. Σαν να με εξαγρίωνε περισσότερο η σιωπή του. Κοίταζε επίμονα το πάτωμα μπροστά μας, λες και κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον συντελούνταν εκεί. Με διέκοψε η φωνή μίας ηλικιωμένης που καθόταν απέναντι:
- Τι φταίει κι αυτός; Ας όψεται η μάνα τους.
Έπιασα τον συλλογισμό αλλά δεν πρόλαβα να συνεχίσω, καθώς για πρώτη φορά τον άκουσα να ψελλίζει κάτι. Και τον άκουσα ακριβώς επειδή καθόταν δίπλα μου. Γύρισε .. με κοίταξε και μου είπε σιγανά: "Τα πήγαινα στο νοσοκομείο να τη δουν. Αλλά σήμερα δεν την πρόλαβα. Δεν τους το πα ακόμη. Δεν ξέρω καν πως να τους το πω".
Τον κοίταξα σαστισμένη. Λες και οι λέξεις του αδυνατούσαν να φτάσουν στο δικό μου κέντρο αντίληψης. Εμβρόντητη και με το ύφος του ανθρώπου , που κάποιος του τραβάει απότομα την κουρτίνα και δυσκολεύεται να καταλάβει το νόημα όσων κρύβονταν πίσω της. Και ξαφνικά έγειρε πάνω μου και άρχισε να κλαίει. 
Έμεινα καρφωμένη στη θέση μου, προσπαθώντας να συλλάβω τα λεχθέντα. Τα παιδιά συνέχιζαν να σκούζουν και να αναστατώνουν τον κόσμο. Εκείνος έκλαψε για λίγο και μετά μουρμούρισε μία συγνώμη και εγκατέλειψε τον ώμο μου, μ' εκείνη την αδιόρατη ενοχή που έχουμε όταν στηριχτούμε τυχαία σ' έναν άγνωστο. Έψαχνα κάτι να του πω .. αλλά δεν ήξερα τι. Μία ντροπή ήμουν ολόκληρη.
Βαθιά χωμένη στο .. κατ' επίφαση.
Αιώνια γελασμένη στο ... φαίνεστε.
Νυν και αεί προδομένη από το ... είστε.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το ""Σ' όσους κρυφά περπάτησαν μαζί σου""

Τρίτη, Φεβρουαρίου 7

O Θεός και το καλύτερο "οικόπεδο" της Δημιουργίας

O Νιόνιος χρόνια πριν είχε αφηγηθεί μία όμορφη παραβολή.


Αφορούσε στις μέρες της Δημιουργίας και στη σκέψη του Θεού. Με τον μοναδικό τρόπο –που οι καλοί παραμυθάδες διαθέτουν- σε έπειθε πως ο Πλάστης έφτιαξε σαν καλός μάστορας τη γη και έπειτα μπήκε στον κόπο να μοιράσει τα οικόπεδά της. Στο νου Του όμως είχε ήδη να κρατήσει το καλύτερο κομμάτι της για … τα γεράματά Tου.

Έβαλε λοιπόν, τους λαούς στη σειρά και βάλθηκε να τους μοιράζει χώρες και κομμάτια από τη δημιουργία Του. Στους συνεπείς και πειθαρχημένους, στοιχηματίζω πως ανήκαν οι Γερμανοί, οι Φιλανδοί, οι Άγγλοι ίσως και οι Γάλλοι. Προσήλθαν άμεσα και μπήκαν πειθήνια στη σειρά. Από την άλλη, αυτά τα ιδιάζοντα όντα, οι Έλληνες, με κάτι άσχετο είχαν καταπιαστεί μάλλον και δεν πρόλαβαν να παραλάβουν χώρα εγκαίρως.

Τέλειωσε, κάποτε ο Παντοκράτορας τη μοιρασιά του και πάνω που ικανοποιημένος έτριβε τα χέρια του και ετοιμαζόταν να αποσυρθεί στο οικοπεδάκι του, στην Μεσόγειο, νασου κι εμφανίζονται ασθμαίνοντας οι ... αλλοπαρμένοι Έλληνες.

- Που είσασταν τέκνα μου εσείς; (υποθέτω στο περίπου πως τους είπε ο Μεγαλοδύναμος). Κάτι δικαιολογίες ψέλλισαν εκείνοι αλλά η ουσία ήταν πως οι άνθρωποι είχαν μείνει χωρίς τόπο και δίχως στέγη. Τι να σου κάνει ο Φιλεύσπλαχνος και Ελεήμων που τους συμπάθησε όπως τους είδε (λίγο καταφερτζήδες και λίγο πολυμήχανους) και εν τέλει σκέφτηκε … ας πάει και το παλιάμπελο. Μόνο που αντί για παλιάμπελο του ‘χε απομείνει εκείνο το «φιλετάκι», που λέγαμε πως κρατούσε για τον Εαυτό του. Πήρε, λοιπόν, το ύφος Του το αυστηρό και τους το έδειξε: Άντε, τους είπε (πάλι στο περίπου) σας το χαρίζω αλλά να το προσέχετε γιατί είναι τόπος θεϊκός κι όλοι θα σας ζηλεύουν.

Κι ως Παντογνώστης είχε ασφαλώς δίκιο. Οι Έλληνες ζούσαν ανά τους αιώνες στο θεϊκό Του οικόπεδο αλλά ουδέποτε ησύχασαν από τις επιβουλές των άλλων.

Κάπου εδώ νομίζω η ιστορία του Νιόνιου τελείωνε. Ήταν βέβαια και ήσυχοι καιροί όταν την σκαρφίστηκε. Στις μέρες μας, υποθέτω πως ο Ύψιστος όλο και κάποια φωνή θα ύψωνε (Φωνή Θεού, Οργή λαού). Αλλά μπορεί και να κάνω λάθος. Κάτι παραπάνω γνωρίζει Εκείνος για τα μελλούμενα. Κι άλλωστε το … οικόπεδο γλιτώνει ανά τους αιώνες. Τόσο ανάξιοι απόγονοι φανήκαμε που να χαθεί επί των ημερών μας; 

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "O Θεός και το καλύτερο "οικόπεδο" της Δημιουργίας"