Tabs: Blog | About Me |

Σάββατο, Μαρτίου 10

Το προξενιό...


Την Φωτεινή θαρρώ την ήξερα από .. πάντα. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, έστω.
Μία όμορφη ψηλόλιγνη φιγούρα όλο σκέρτσο και χαμόγελα. Μεγάλωσα κανακεμένη στην αγκαλιά της. Όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά. Οι μάνες κάποτε θυμώνουν ή νευριάζουν με τα καπρίτσια μας αλλά .. οι θείες ποτέ. Κι η Φωτεινή αυτό ήταν: Η ανύπαντρη θεία που λάτρευε όλα της τα ανήψια. Με την ζυγαριά λίγο να γέρνει ζαβολιάρικα στο μέρος μου.
Αυτές οι "ζαβολιές" μας είναι που έκαναν τη διαφορά. Έφτιαχναν ένα συνωμοτικό κώδικα επικοινωνίας ανάμεσά μας. Από τις εποχές που αρνιόμουν πεισματικά να "πιω το γάλα μου" κι εκείνη βοηθούσε να το .. ξεφορτωθώ, μέχρι τις εποχές των .. προξενιών.

Κόντευε τα τριάντα κι εγώ τα δέκα μου χρόνια, αλλά ήταν σαν να αλλάζαμε ταυτόχρονα
σελίδα κι οι δυό μας. Εκείνη, καθώς έχανε τις αντιστάσεις της στην ακατάσχετη κουβέντα για το ... ράφι -που πάντα άνοιγε το σόι παρουσία της- κι εγώ γιατί άρχιζα να ψιλοκαταλαβαίνω ότι ήταν καιρός να της ανταποδώσω κάθε εκδούλευση του πρόσφατου παρελθόντος μας.
Και πράγματι, η Φωτεινή κουράστηκε να αντιστέκεται στις πιέσεις. Και καθώς ήταν όμορφη γυναίκα, τα προξενιά και οι επίδοξοι γαμπροί στοιχίζονταν στη γραμμή και προσδοκούσαν το "yes i do". Μόνο που τότε η "ιεροτελεστία" .. διέφερε κομματάκι.
Την αρχή έκανε η γυναίκα του Μπακάλη μας: η κυρά Καίτη. (Παρατηρώντας την Παπαδιά στο "καφέ της Χαράς" το μυαλό μου επέστρεφε συχνά στην κυρά Καίτη. Ίδιο σουλούπι. Και το παρατσούκλι αυτής: Ρώυτερ). Ήξερε άμεσα ποιό "οχυρό" πολιορκείται και ποιό κοντεύει να πέσει στα δίχτυα του προξενιού. Και -ω του θαύματος- είχε πάντα κατά νου τον κατάλληλο σύζυγο.
Το μαντάτο το ξεφούρνιζε ... περνώντας τυχαία να πιεί έναν καφέ στο σπίτι της "υποκύψασας". Δράση με βάση οργανωμένο σχέδιο. Πρώτα άρχιζε τα παινάδια: "και τι νοικοκυρά που είσαι" ή "έχει να λέει η γειτονιά για το πόσο αγαπάς τα ανήψια σου". Μετά προχωρούσε σταδιακά στο παρασύνθημα: "άλλο όμως τα δικά σου τα παιδιά κι άλλο τα ανήψια. Κι είσαι κι όμορφη. Ουρά θα κάνουν οι λεγάμενοι, αρκεί να το θελήσεις". Και πες πες κάποτε .. έπεφτε το φρούριο.
Η Φωτεινή, βέβαια για να ακριβολογούμε, δεν "έπεσε". Απλά στέρεψε από δικαιολογίες και είπε με τα πολλά να δοκιμάσει. Ήταν λίγο στη μέση κι η περιέργεια, νομίζω.
Κι έτσι αρχίσαν όλα. Πρώτη επαφή στο σπίτι μας. Σε ουδέτερο έδαφος. Η Κυρά Καίτη με τον γαμπρό παραμάσχαλα, η μάνα μου κι εγώ παρούσες για το "ξεκάρφωμα" και η ενδιαφερόμενη με ύφος αμνού που οδεύει σε σφαγή.
Κάπου ανάμεσα στα σοβαρά λογύδρια και τις παραινέσεις της μάνας μου, κρυφογελούσαμε όλες με το .. αστείον του πράγματος, περιμένοντας το "κελεπούρι". Και μόλις χτύπησε το κουδούνι η προξενήτρα, η Φωτεινή σε μία στιγμή πανικού με βούτηξε από το χέρι και μου 'πε:
"Εσύ θα με σώσεις. Αν δεις να βγάζω μαντήλι και να σκουπίζω τη μύτη μου θα αρχίσεις να λες πως πονάει η κοιλίτσα σου. Και κοίτα κακομοίρα μου, να τους διώξεις από τις φωνές άρον άρον".
Εκείνη την πρώτη φορά ήμουν απροετοίμαστη, αλλά ως "εκκολαπτόμενη γυναίκα" το
θέατρο δεν το 'χα για άγνωστη τέχνη. Ο γαμπρός εμφανίστηκε μπροστά μας με μία τεράστια
ανθοδέσμη και κακώς δεν μπήκε στον κόπο να κρυφτεί πίσω της, όπως γινόταν στις παλιές ελληνικές ταινίες. Φυσιογνωμία αξέχαστη. Η κυρά- Καίτη τον είχε περιγράψει ως καλαμπουρτζή, ανοιχτοχέρη, γλεντζέ αλλά δεν είχε απαντήσει στις ερωτήσεις περί εμφάνισης. Μέγας διπλωμάτης η προξενήτρα!! Και τι να πει άλλωστε? Κοντός, χοντρός και άσχημος? Και ... βλάχος. Την Φωτεινή, θαρρώ, πως περισσότερο από όλα την πείραξε αυτό. Όλο κάτι τραύλιζε ο λεγάμενος αλλά ήταν τόσο βαρύ το ... τσελιγκέικο που δεν καταλαβαίναμε τίποτα. Και δεν άργησε και πολύ να φανεί το μαντήλι. Έμπηξα κι εγώ φωνές και κλάματα και γρήγορα η προξενήτρα αποφάσισε πως "αφού είναι το παιδί άρρωστο, να πηγαίνουμε κι εμείς". Το "μυστικό" βέβαια έμεινε μεταξύ μας και για το χατήρι της βρέθηκα να πίνω όλη νύχτα σούπες και φασκόμηλα, για να συνέλθω από την ξαφνική "αδιαθεσία".
Το κόλπο όμως πέτυχε και τις επόμενες μέρες ακόμη κι η μάνα μου δεν τόλμησε να ξαναμιλήσει για το σουλούπι του γαμπρού, παρά μόνο χαμογέλαγε όσο του σουρνε τα εξ αμάξης η Φωτεινή. Πέρασε μήνας. Ξεχάστηκε το χουνέρι κι η κυρά Καίτη κατέφτασε με αναπτερωμένο το ηθικό να πιει καφέ και να φέρει φρέσκα μαντάτα: "Καλό παιδί, Φωτεινή μου. Και κούκλος. Θα στε ζευγάρι από τα λίγα. Άκου κι εμένα που κόβει το μάτι μου".

Την θυμάμαι καθισμένη σε μία ντιβανοκασέλα να κοιτάζει τη μάνα μου παραπονιάρικα, σαν να της έλεγε "πάλι τα ίδια θα περάσουμε". Ενέδωσε όμως και τούτη τη φορά, αφού προηγουμένως το άπαν σύμπαν του σογιού συνωμότησε να τηνε καταφέρει. Και στολίστηκε με μισό χαμόγελο να συναντήσει τον "κούκλο". Σε μία στιγμή μονάχα, την έπιασε πάλι η λιγοψυχιά και με τράβηξε κοντά της. "Αν βγάλω μαντήλι, ξέρεις τι να κάνεις" μου ψιθύρισε βιαστικά. Αλλά όταν τον είδα, κι εγώ η ακάτεχη πιτσιρίκα ξέχασα τα μαντήλια και τα σχέδια της άτακτης υποχώρησης. Κούκλος αληθινός. Ψηλός, όμορφος, καλοντυμένος. Τον κοίταζα καθισμένο απέναντι της και καμάρωνα τον νέο μου ... θείο. Το 'χα για σίγουρο πια, τούτο το συνοικέσιο. Κι η Φωτεινή όμως. Ούτε σκέψη για μαντήλι.
Λίγες μέρες μετά σταμάτησε έξω από το σπίτι μας μία απαστράπτουσα κουρσάρα κι ο "γαμπρός" ήρθε κουβαλώντας και το απαραίτητο λουλουδικό για να την πάει βόλτα. Κι έπειτα η κουρσάρα εμφανιζόταν όλο και πιο συχνά. Τα ραντεβού πύκνωναν. Ώσπου ενα βράδυ η Φωτεινή γύρισε σε μαύρο χάλι. Ρούχα κουρέλια και πρόσωπο μπλαβισμένο από τα χτυπήματα. Έκλαιγε στην αγκαλιά της μάνας μου και έλεγε "δεν του σηκώνεται αλλιώς". Μπήκα μέσα με όλη την αφέλεια της ηλικίας μου να ρωτήσω τι "δεν σηκώνεται". Απάντηση δεν πήρα αλλά το σκηνικό εκείνης της νύχτας δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

Όλοι την άφησαν ήσυχη τη Φωτεινή, μετά από αυτή την τραγωδία. Κανείς δεν τολμούσε πια να μιλήσει ξανά για προξενιό. Επιστρέψαμε σιγά σιγά στη ρουτίνα μας κι εγώ απολάμβανα πάλι την αποκλειστικότητα σε όση αγάπη της περίσσευε. Πέρασαν χρόνια. Η ορθοστασία στα εργοστάσια γέμισε με τεράστιες φλέβες τις καλλίγραμμες γάμπες της. Την άκουγα συχνά να κλαψουρίζει στη μάνα μου για τη μοναξιά της. Έλεγε και για κάτι παντρεμένους γειτόνους που την είχαν στο στενό μαρκάρισμα. Αλλά η Φωτεινή "εκπτώσεις" δεν έκανε. "Εγώ θέλω άντρα δικό μου, έλεγε στη μάνα μου. Συντροφιά στα βράδια μου. Ξέρεις τι άσχημο πράγμα είναι η μοναξιά; Να γυρνάς στο σπίτι και να μη σε περιμένει κανείς; Να φτιάχνεις το φαϊ και να το τρως ολομόναχη; Να αρρωσταίνεις και να μη τρέχει κάποιος να σου δώσει ένα ζεστό φλισκούνι; Γερνάω πια και την τρέμω την ρημάδα τη μοναξιά".
Κι η μάνα μου με την ελαφράδα των ανθρώπων που ψωνίζουν από τις "έτοιμες" λύσεις ξανάπιασε με τρόπο την Κυρά Καίτη και μαζί ετοίμασαν το νέο προξενιό για τη Φωτεινή. Μόνο που τούτη τη φορά η "νύφη" είχε μαλακώσει κι ήταν αποφασισμένη να υποκύψει πριν ακόμη δει τον λεγάμενο. Έλειπα πλέον από το σπίτι αλλά η Φωτεινή με πήρε τηλέφωνο εκείνο το απόγευμα:
- Πιτσουνάκι (έτσι με λεγε πάντα) μάντεψε τι νέα σου χω.
- Τι είναι θεία; Μη μου πεις ότι παντρεύεσαι; είπα γελώντας
- Ναι κι ούτε μαντήλια θα κουνήσω απόψε, ούτε δυσκολίες θα φέρω, μου πε αποφασισμένη. Θα κλείσω τα μάτια και θα πάρω όποιον μου φέρουν, Άννα μου. Βαρέθηκα τη μοναξιά. Τίποτα και κανείς δεν μπορεί να ναι ασχημότερος από αυτήν.

Έτσι το κανε η Φωτεινή κείνη τη φορά. Έκλεισε κυριολεκτικά τα μάτια. Ο Αντώνης ήταν χήρος με μία κόρη στα 18 κι ένα γιό στα 25. Δούλευε χειριστής σε ένα σπάνιο μηχάνημα (δύο υπήρχαν σε όλη την Ελλάδα τότε) που χρησίμευε στην κατασκευή φραγμάτων. Ζωή τσιγγάνικη, με τσαντήρι σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, λόγω δουλειάς. Καλός άνθρωπος-υποθέτω- όταν ήταν ξεμέθυστος. Δηλαδή, κάτι σπάνιες και πολύ πρωινές ώρες. Ούτε στο γάμο τους δεν κατάφερε να κρατηθεί νηφάλιος. Τρέκλιζε ακόμη και μέσα στην εκκλησία.
Τη θυμάμαι τη Φωτεινή, εκείνη τη βραδιά, να γλυστράει το μαντηλάκι από την μανσέτα του νυφικού και να σκουπίζει με τρόπο τα μάτια της. Και κάθε που βγαινε το μαντηλάκι δειλά, μου ρχοταν να βάλω τις φωνές πως "πονάει η κοιλίτσα μου", μπας και τη σώσω κι από τούτο το χουνέρι. Λες κι ήξερα πόσο σκληρότερη είναι η μοναξιά στο "μαζί" που διάλεξε, από κείνη που 'χε τόσα χρόνια μόνη της.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Το προξενιό..."

15 Comments:

Anonymous Ανώνυμος said...

Πολύ μου άρεσε η ιστορία. Εσύ ήσουνα το αγαπημένο της ανήψι, κρίμα μονο που δεν ήσουνα εκεί πιό συχνά για να τη σώζεις. Κρίμα όμως που η Φωτεινή ενέδωσε και παντρεύτηκε έναν άξεστο για τη μοναξιά, αλλά καλυτερη δεν είναι η τελευταία απο το να έχει έναν στουπί δίπλα της?
Εχει συνέχεια?

2:51 μ.μ.  
Blogger Αναστασία said...

Θλίψη, για όλες τις Φωτεινούλες που
κάνουν "εκπτώσεις" στα συναισθήματα από τον φόβο της μοναξιάς ...
Και είναι πάρα μα παρα πολλές ...
Τόσο δύσκολη είναι η ρημάδα η μοναξιά, που προτιμούν αυτή την "διπλή" ;

3:00 μ.μ.  
Blogger Socrates Xenos said...

Θυμάσαι, Οίστρε, τι σου `χα γράψει κάποτε στ` ανεμολόγιο μιαν και μοναδική φορά;
Έτσι πιάνεις απ` το γιακά τις λέξεις και λες:
- Καθίστε κάτω να τα πούμε, για μιαν αγάπη, μια Φωτεινή και τους συμβιβασμούς στη ζωή και τις ατυχίες της ομορφιάς

Που `χεις την αμεσότητα του καθαρά ορατού βάθους
δεν μπόρεσα να μη σου γράψω μαεστρίνα
Γεια και χαρά σου!

3:52 μ.μ.  
Blogger αθεόφοβος said...

Απλά την μοναξιά του-μαζί- δεν είχε γνωρίσει μέχρι τότε...

11:19 μ.μ.  
Anonymous Ανώνυμος said...

Με συγκινείς πάντα.

anonymous...bythelake

2:38 π.μ.  
Blogger oistros said...

Θεία Λένα
όλες οι ιστορίες που έχει κάθε Φωτεινή έχουν συνέχεια. Ετούτη έτυχε να 'ναι πέρα για πέρα αληθινή και η συνέχεια της πληγώνει ακόμη περισσότερο. Ο Αντώνης μας άφησε χρόνους προ καιρού και η Φωτεινή γύρισε με ανακούφιση πια στη μοναξιά της. Προηγουμένως απόκτησε ένα μέτρο σύγκρισης για το πόσο ανελέητες μοναξιές κρύβονται εκεί που θαρρούμε πως πήγαμε να τις νικήσουμε.

Αναστασία
έχει μία δυσκολία υποθέτω να συμβιβαστείς με τη μοναξιά. Όσοι το πέτυχαν εύκολα και τη μετέτρεψαν σε γόνιμο τόπο έγιναν ... ποιητές :)
Κι η Φωτεινή από τέτοια στόφα δεν ήταν.

Ξένε
πράγματι, εύκολες λέξεις έχουν μόνο οι αλήθειες μας που κρυστάλλωσαν πια. Κι η Φωτεινή μου είναι κι αλήθεια κι αγάπη. Όπως το πες :)

Αθεόφοβε
πιο απάλευτη στο "μαζί" παρά στο "μόνος".

Ανώνυμε
ιστορίες ανθρώπων. Πάντα έχουν ένα τρόπο να μας συγκινούν.

1:48 μ.μ.  
Blogger Βασιλική Παπαδημητρίου said...

εισαι καταπληκτικη...
μονο αυτο...

-θα μπορουσα να πω πολλα αλλα δεν λεω τιποτες... τα ειπατε ολα εσυ και η Φωτεινη...-

:)

10:53 π.μ.  
Anonymous Ανώνυμος said...

Πόσο θα ήθελα να είναι μυθοπλασία η ιστορία σου...

12:48 μ.μ.  
Anonymous Ανώνυμος said...

Αγαπητε Οιστρε
Σας προσκαλουμε στα εγκαινια του Ιδρυματος "Θειος Ισιδωρος" στην καλυβα ψηλα στο βουνο.
θα χαρουμε να σας δουμε απο κοντα για ενα ποτο και χαλαρη συζητηση.

2:06 μ.μ.  
Anonymous Ανώνυμος said...

Πολύ τρυφερό... Μπράβο!

3:42 μ.μ.  
Blogger Φωτούλα Τζιώντζου said...

Πολλές φορές οι γυναίκες σα τη Φωτεινή με μπλοκάρουν έτσι που μου δημιουργούν ταυτόχρονα πόνο και θυμό μαζί.
Καλό βράδυ πια

6:39 μ.μ.  
Blogger Athanassios said...

Πικρή ιστορία, όπως όλες οι αληθινες ιστορίες.

9:50 μ.μ.  
Blogger oistros said...

Βασιλική
μερσί. Η ζωή σκηνοθετεί .. εγώ απλά κατέγραψα.

Μπαμπάκιε
πράγματι. Αναρωτιέμαι πόσες ταλαιπωρήθηκαν στις εποχές του προξενιού και πόσες ακόμη without προξενιό.

Θείε Ισίδωρε
αυτά κάνεις και δεν την γλιτώσαμε την ιδρυματοποίηση :)

Π&α
(όπως λέμε Π&Κ;) καλώς ορίσατε :)

Νερίνα
νομίζω πια πως δεν υπάρχουν γυναίκες σαν τη Φωτεινή. Υπάρχουν συνθήκες που διαμορφώνουν ζωές ανθρώπων, όπως της Φωτεινής.

Αθανάσιε
ανάθεμα και ξέρω ποιός χιουμορίστας βρήκε την ατάκα "γλυκειά ζωή" :)

10:46 π.μ.  
Blogger anthrakoryxos said...

Με κράτησε μέχρι την τελευταία λέξη, φέρνοντας στο νού μου, όλες τις Φωτεινές και τελικά ''σβυσμένες'' που έχω συναντήσει.
Ευχαριστώ.

12:50 π.μ.  
Blogger Λουΐζα Κορνάρου said...

Πέρασε απ' το μυαλό μου, πως σ' αυτόν τον γάμο, ίσως και να πόναγε στ' αλήθεια η κοιλίτσα - αλλά η βουβή αποδοχή της Φωτεινής έκανε βουβό και τον πόνο.

8:00 π.μ.  

Δημοσίευση σχολίου

<< Home