Tabs: Blog | About Me |

Παρασκευή, Μαρτίου 30

"Έρχονται οι μέρες που δικάζουν ... "

Χάζευα αφηρημένα την οθόνη. Κεντρικό δελτίο ειδήσεων. Στο πλάνο οι "πολεμικές σκηνές" των τελευταίων διαδηλώσεων. Στα παράθυρα οι "συνήθεις ύποπτοι" σχολιαστές της τηλεδημοκρατίας και στο κέντρο ένας ένστολος να μιλάει για το πως η αστυνομία οφείλει να πατάσσει την "πολιτική βία". Σε μία δεύτερη προσεκτική ματιά τον αναγνώρισα. Ο Γιώργος!!

----------------------------------------------------

Νοέμβρης του 1982. Στο σχολείο επικρατεί αναβρασμός. Το 15μελές θέτει αίτημα συμμετοχής στις εκδηλώσεις που θα γίνουν για την επέτειο του Πολυτεχνείου. Η "λύκαινα" (Λυκειάρχης) διαφωνεί. Ο Γιώργος -δευτεροετής της πρώτης Λυκείου- οργίζεται όταν ο "φιλοχουντικός" θρησκευτικός μας του πετάει κατάμουτρα: "να οργιάσετε θέτε πάλι, αλήτες ε αλήτες". Σηκώνει το χέρι να τον χτυπήσει. Επεμβαίνουν οι ψυχραιμότεροι. Ο Θρησκευτικός καλεί την Αστυνομία. Του εξηγούν ότι δε μπορούν να μπουν στο σχολείο. Φεύγει για το Αστυνομικό τμήμα όπου και υποβάλει μήνυση. Κλειδωνόμαστε με τον Γιώργο στην αίθουσα τελετών. Απόγευμα Τρίτης. Σε λίγο θα χτυπήσει το τελευταίο κουδούνι. Στέλνουμε το μαντάτο σε όλες τις αίθουσες: να μη φύγει κανείς.
Διακόσια παιδιά αποφασίζουν να περάσουν την νύχτα στο σχολείο. Να προστατεύσουν τον Γιώργο όσο διαρκεί το αυτόφωρο. Δεν είμαι πια σίγουρη αν πράγματι υπήρχε αστυνομία που τον περίμενε έξω από το προαύλιο. Δεν ξέρω καν αν υπήρξε όντως μήνυση.
Στέλναμε ένα μαντατοφόρο σε κάθε γειτονιά να πει τα νέα στα σπίτια μας. Νοιώθαμε αγωνιστές και ... εξεγερμένοι. Το πέμπτο "πρότυπο" σχολείο των Αθηνών το παζαρεύαμε για δικό μας Πολυτεχνείο. Κατά τις 9 το βράδυ η "λύκαινα" το πήρε απόφαση και έβαλε το λουκέτο στην αυλόπορτα. Κλειδωθήκαμε όλοι μέσα. Οι γονείς άρχισαν να καταφτάνουν και να κρεμιούνται στα κάγκελα. Τα βλαστάρια τους ντύνονταν το ύφος του "επαναστάτη". Εξηγούσαμε βιαστικά "δεν θα ρθω απόψε. Έχω εξέγερση".
Από το πουθενά βρεθήκανε κάτι κιθάρες. Οκλαδόν μία διακοσαριά τρελόπαιδα στην μεγάλη αίθουσα να τραγουδάμε τους σκοπούς του Βασίλη:

10. Vassilis Papak...


Ξημέρωνε Τετάρτη 17 του Νοέμβρη. Κανείς μας δεν κοιμήθηκε. Το πρωί σαν άνοιξε η μεγάλη καγκελόπορτα τρέξαμε όλοι στο σταθμό του τρένου. Μάτια κόκκινα από τη νύστα και κόκκινα γαρύφαλλα. Κατεβήκαμε στη Βικτώρια. Συναντήσαμε τα άλλα σχολεία. Μπροστάρης δικός μας ο Γιώργος. Και στο κατόπι του εμείς .. επαναστάτες χωρίς αιτία.
Πλάι του ο "έρωτάς του": η Νικολέτα. Ήσυχη, ήρεμη και λιγότερο της επαναστάσεως.

----------------------------------------------------------------------------------------

Ο ίδιος Γιώργος στην οθόνη μου 26 χρόνια μετά, μιλάει για την "κοινωνική απαίτηση να κατασταλεί η ... πολιτική βία". Με μία υποψία από το ίδιο πάθος που δονούσε τη φωνή του όταν έβγαζε πύρρειους λόγους για το δικαίωμά μας στην "επανάσταση". Μπάτσος καριέρας ο Γιώργος. Θεωρεί πλέον ότι προστατεύει το έννομο συμφέρον της καθεστηκύιας τάξεως. Αποκηρρύσει μετά βδελυγμίας τους "μικρούς επαναστάτες". Πιο αιτιολογημένοι ίσως αυτοί από μας τότε. Αποπροσανατολισμένοι εξίσου. Απελπισμένοι περισσότερο.
Στέλεχος του Ριζοσπάστη πια η Νικολέτα. Ένθερμα ταγμένη "στο δίκιο του εργάτη, του αγρότη και του φοιτητή". Κολλημένη χρόνια στις ίδιες "κασέτες" ... που θα λεγε κι ο ποιητής. Και στο βάθος η ιστορία να επαναλαμβάνεται και μόνο εμείς να αλλάζουμε οπτικές γωνίες και ρόλους. Κι οι μέρες που δικάζουν στο κατόπι μας. Δεν έρχονται πια ... Ήρθαν.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το ""Έρχονται οι μέρες που δικάζουν ... ""

Παρασκευή, Μαρτίου 23

Το 'χω ξαναπεί κι ας είναι παρεξηγήσιμο: Στην επόμενη ζωή μου θέλω να γεννηθώ Τούρκος.
- Θέλω οι πολιτικοί μου να ναι τσαμπουκάδες. Να στέλνουν ρηματικές διακοινώσεις και να απαιτούν δημόσιες συγνώμες και ταπεινότητα (βλέπε δηλώσεις υποταγής) από τη γειτονιά τους.
- Να σχεδιάζουν έξυπνες κινήσεις για να αποκόψουν το σημαντικότερο κομμάτι διεθνούς αεροδιαδρόμου της γείτονος και να προσποριστούν τα έσοδα, αναγκάζοντας τα διεθνή δρομολόγια να λοξοδρομούν επ ωφελία τους.
- Να βρίσκουν τερτίπια ακόμη και "επιστημονικής" φαντασίας για να τρυπώσουν ως εν δυνάμει συνιδιοκτήτες στις "γκρίζες" ζώνες.
- Nα επικαλούνται την ανθρωπιά και το συναίσθημα κατά το δοκούν -με κουμπαριές και επιθέσεις φιλίας- για να κατευνάσουν τα πνεύματα και να δώσουν χρόνο στα σχέδια τους.

Θέλω, βρε αδερφέ, οι πολιτικοί μου να 'χουν ένα σχέδιο στο μυαλό τους.
- Όχι να λένε "επουσιώδη διένεξη για κάτι .. βράχια" τα γεγονότα των Ιμίων (τάδε έφη Πάγκαλος)
- Ούτε να κάνουν προσωπική διπλωματία με επισκέψεις στην "ετοιμόρροπη" Κοντολίζα για να δηλώσουν πειθήνια as a matter of fact, i hate Poutin.
- Ομολογώ πως η κοντόθωρρη αντίληψή μου το μόνο σχέδιο που αντελήφθη τα τελευταία χρόνια ήταν εκείνο που έκρυβε το υποχθόνιο γελάκι Σημίτη όταν έλεγε πως θα γίνουμε ένθερμοι υποστηρικτές του Ευρωπαϊκού προσανατολισμού της γείτονος. Μόνο που ήταν "μη σχέδιο" (κατά το .. μη πόλεμος).
- Εκτός κι αν μου διέφυγε κάποια στρατηγική που υπέκρυπταν οι κινήσεις μας στην υπόθεση Οτσαλάν.
- Ή μήπως στην υπόθεση της σύγκρουσης των αεροσκαφών στην Κάρπαθο;

Ακόμη και το περιβόητο βιβλίο ιστορίας που τόσο "αγαπήσαμε" τελευταία, διαπνέεται από τον τόνο της γενικής χαλαρότητας μας.
Ζω σε μία χώρα που αγωνιά να στρογγυλέψει κάθε αιχμή δόρατος του παρελθόντος της, ως άσκεφτη και μαστουρωμένη απ' τις ανέσεις της. Οι ηγέτες της είναι καλοί στο χαμήλωμα των τόνων (και στο ξεβράκωμα των .. κ@λ@ν, ενίοτε).

Αύριο στο Καραϊσκάκη (η ιστορία έχει χιούμορ τελικά) παίζει πάλι το γνωστό ντέρμπυ: Ελλάδα- Τουρκία. Οι αστυνομικοί του Βύρωνα θα επιφορτιστούν ζητήματα "χαμηλής διπλωματίας". Στην Άγκυρα τα κανάλια παίρνουν γραμμή για τεχνιτές εντάσεις. Εδώ η τηλεδημοκρατία χειρίζεται το θέμα κατά τον δοκούν. Μεθαύριο θα παρελάσουν τα πιπίνια για να δείξουν τις νέες τάσεις της μόδας,

buzz it!


Permalink για το ""

Τετάρτη, Μαρτίου 21

Τώρα δημόσια θα 'χουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες ...

Δύο σχολές σκέψης γράφει ο Μίκης Θεοδωράκης πως ερίζουν για το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ' Δημοτικού. Ως διαπίστωση μου πιστοποιεί από μόνη της μία απόλυτη ... νεοελληνικότητα. Χρόνια θαμπώνομαι με τον τρόπο που "στρατοπεδεύουμε" πια, ωσάν αναγκασμένοι από εσώτερες ανάγκες να διχαστούμε. Λες κι οι ταυτότητες μας πλέον απαρτίζονται από τις απαντήσεις που δίνουμε στα διλήμματα της πολιτισμένης ρητορικής.

- Πράσινος ή Γαλάζιος?
- Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός?
- Ευρωπαίος ή Ευρωσκεπτικιστής?
- Άθεος ή θρησκευάμενος?

Δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω τις εξελίξεις. Φταίει η υπερ-πληροφόρησή μου πια. Δέχομαι καταιγιστικά πυρά και δεν ξέρω πως να τα επεξεργαστώ. Πρέπει κάπου να ξοδεύω τον χρόνο. Για να συναγελάζονται ευτυχείς όσοι μου τον μανατζάρουν.

- Πρέπει να θυμάμαι πότε είναι η Εαρινή του Ισημερία και πότε η παγκόσμια μέρα της ποίησης.
- Πρέπει να συνταχθώ στις αίθουσες των 300 για να πω την ατάκα μου σαν κλείσει η αυλαία.
- Πρέπει να γυρίσω στα θρανία και να διαβάσω την ιστορία της ΣΤ για να χω όπλα στη λεκτική φαρέτρα μου.
- Πρέπει να μάθω φαρσί το νέο νόμο που δεν θα αλλάξει τίποτα στην Παιδεία για να χαρίσω ένα χαμόγελο στους φοιτητές που πάλι θα ψάχνουν τα ... Πολυτεχνεία τους.
- Πρέπει να ψηφίσω εγκαίρως για την Ακρόπολη. Ολέθριο θα ταν τα κινεζάκια του 2100 να αγνοήσουν το θαύμα της.

Κι ο μακαρίτης ο Αναγνωστάκης με προειδοποιούσε σαν έγραφε την απόφαση:

Εἶστε ὑπὲρ ἢ κατά;
Ἔστω ἀπαντεῖστε μ᾿ ἕνα ναὶ ἢ μ᾿ ἕνα ὄχι.
Τὸ ἔχετε τὸ πρόβλημα σκεφτεῖ
Πιστεύω ἀσφαλῶς πὼς σᾶς βασάνισε
Τὰ πάντα βασανίζουν στὴ ζωὴ
Παιδιὰ γυναῖκες ἔντομα
Βλαβερὰ φυτὰ, χαμένες ὦρες
Δύσκολα πάθη, χαλασμένα δόντια
Μέτρια φίλμς. Κι αὐτὸ σᾶς βασάνισε ἀσφαλῶς.
Μιλᾶτε ὑπεύθυνα λοιπόν. Ἔστω μὲ ναὶ ἢ ὄχι.
Σὲ σᾶς ἀνήκει ἡ ἀπόφαση.
Δὲ σᾶς ζητοῦμε πιὰ νὰ πάψετε
Τὶς ἀσχολίες σας, νὰ διακόψετε τὴ ζωή σας
Τὶς προσφιλεῖς ἐφημερίδες σας· τὶς συζητήσεις
Στὸ κουρεῖο· τὶς Κυριακές σας στὰ γήπεδα.
Μιὰ λέξη μόνο. Ἐμπρὸς λοιπόν:
Εἶστε ὑπὲρ ἢ κατά;
Σκεφθεῖτε το καλά. Θὰ περιμένω.


Ρέμπελος ή μαντρωμένος? Να κατέχω ή να αγνοώ?

papakonstantinou-m...


Πόσα διλήμματα με απαιτούν; Στα πόσα θα ξεχάσω τελείως να ζω;

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Τώρα δημόσια θα 'χουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες ..."

Τρίτη, Μαρτίου 13

"Φιλεντέμ πάει να πει ... ζωή"


Είναι κάτι τραγούδια που τα κομποδένω ασυναίσθητα με μυρωδιές, εικόνες και αναμνήσεις. Το "Φιλεντέμ" για παράδειγμα. Μυρίζει αρνάκι στη σούβλα. Πασχαλιά και λεμονανθούς. Η Ζαμπία είναι χωμένη στο μικρό κουζινάκι και στέκεται γελαστή πάνω από το μαυροτήγανο με τις πατάτες. Το πικ-απ βγαλμένο στο δώμα. Κοιτά τους άλλους που ανακατεύουν τους δίσκους και το χρυσό της δόντι στραφταλίζει στο φως. Ώσπου, ακούγεται το Φιλεντέμ. Παρατά το τηγάνι, σκουπίζει βιαστικά τα χέρια στην ποδιά της και βάζει μία φωνή:
- Τις πατάτες να ξανοίγεται γιατί εγώ το Φιλεντέμ θα το χορεύω πάντα.
Ανεβαίνει στο δώμα και πετάει τα παντοφλάκια της στο τελευταίο σκαλί. Βουτάει τη λαδωμένη πετσέτα, ανοίγει τα χέρια κρατώντας τις άκρες της κι αρχίζει το χορό. Χρόνια την άκουγα να μιλάει με κείνη την τσιριχτή -ενοχλητική σχεδόν- φωνή της και απορούσα πώς γλύκαινε τόσο κι άλλαζε σαν τραγουδούσε το Φιλεντέμ.
Είχε τους λόγους της όμως η Ζαμπία. Χήρα με 4 παιδιά πια και 7 εγγόνια. Τον πόλεμο τον θυμάται αχνά στα μικράτα της, αλλά ήταν αιτία η πείνα και η φτώχια του και την πάντρεψαν αμέσως μετά με τον Χαραλάμπη. Είκοσι χρόνια μεγαλύτερος εκείνος, κι αυτή παιδί ακόμη. Σχεδόν συνομήλικη με τα ορφανά του. Την στεφανώθηκε και την πήρε από το χωριό της για να ζήσουν μαζί στο Μυλοπόταμο. Άσχημος ο Χαραλάμπης, κακοσουλούπωτος. "Μαύρο" τονε φωνάζανε στα γύρω χωριά. Κυβερνούσε τον τόπο όμως με την πιστόλα και το βιός που βρήκε από τα γονικά του. Η Ζαμπία τονε δέχτηκε κύρη και πατέρα συνάμα. Του κανε κι άλλα δυό παιδιά. Μα το χωριό είχε να λέει πως το βλέμμα της λιγωνότανε σαν αντίκρυζε τον μικρό του αδερφό: τον Λυκούργο. Ερχότανε αραιά και που να παίξει στους γάμους και τα πανηγύρια του χωριού. Λυράρης αυτός, αλλιώτικος τελείως από τον αδερφό του και στην όψη και στην ψυχή. Ο ένας γύρευε να μερέψει τους ανθρώπους με τον βούρδουλα κι ο άλλος με τη λύρα.
Σε ένα γιορτάσι σταμάτησε τις κονδυλιές και είπε δυνατά: "Τώρα θα παίξω ένα σκοπό να τονε χορέψει η νύφη μου". Και της τραγούδησε το Φιλεντέμ. Μόνο που το χέρι του Χαραλάμπη δεν την άφησε να ξεσύρει από τη θέση της. Τα δύο αδέρφια κοιτάζονταν κατάματα όσο κρατούσε το τραγούδι.
Xilouris Nikos - M...

Η Ζαμπία δεν είπε ποτέ σε κανέναν τι έγινε εκείνο το βράδυ. Ο Λυκούργος δεν ξαναφάνηκε στο χωριό. Μήνες μετά έφυγε για την Αθήνα.
Τα χρόνια πέρασαν κι ο Χαραλάμπης χάθηκε. Στα στερνά του, άρρωστο πια στο νοσοκομείο "Άγιος Σάββας" πήγε να τον δει κι ο Λυκούργος. Η θεία μου η Γαρουφαλιά ήταν μπροστά. Κανείς δεν πολυμίλησε. Ο Λυκούργος έσφιξε το χέρι του Χαραλάμπη και πριν φύγει είπε δύο λόγια μόνο στη Ζαμπία. Η θεία μου ορκίζεται πως την ρώτησε αν χόρεψε ποτέ το Φιλεντέμ. Κι η Ζαμπία μουγκάθηκε και δεν απάντησε.

Η ιστορία για χρόνια ψιθυριζόταν πίσω από την πλάτη της. Ώσπου η Ζαμπία στο γάμο της κόρης της τους ξάφνιασε όλους. Τότε πρωτοσηκώθηκε στην πλατεία του χωριού κι άρχισε να χορεύει ολομόναχη το τραγούδι του Φουσταλιέρη. Το σούσουρο βρήκε νέα τροφή. Κι η χήρα άρχισε πια σε κάθε ευκαιρία να το διασκεδάζει και να φωνάζει "Εγώ πάντα θα χορεύω το Φιλεντέμ". Ώψιμη απάντηση. Σαν μετάνοια στο ερώτημα που η θειά μου ορκίζεται πως άκουσε από τον Λυκούργο.

Ήμουν παιδί όταν πηγαίναμε το Πάσχα στο χωριό και την πρωτάκουσα να το λέει.
- Σιγά το τραγούδι, βρε θεία. Τι πάει να πει "Φιλεντέμ"; ρώτησα με όλη μου την παιδική αφέλεια. Η Ζαμπία όμως συνέχισε να χορεύει με τα μάτια κλειστά και να τραγουδάει. Και μόνο σαν τελείωσε το τραγούδι ήρθε κοντά και μ' έπιασε χαδιάρικα από το αυτί: Είσαι μικρή ακόμη, κυρά μου. Φιλεντέμ πάει να πει .. ζωή. Άμα μεγαλώσεις θα το μάθεις κι εσύ.

----------------------------------------------------------------------------
Το θυμήθηκα πρόσφατα ακούγοντας μία παρέα να συζητά για την καταγωγή του τραγουδιού. Λίγοι ξέρουν ότι στην πραγματικότητα ο γνήσιος αρχικός στίχος δεν ήταν καν "Φιλεντέμ" αλλά "Φίλε Εντέμ". Το τραγούδι ήταν η αγωνιώδης επίκληση των Χριστιανών στον Τούρκο Αγά Εντέμ, που εξόντωνε άλλοτε με δυσβάστακτη φορολογία κι άλλοτε με διωγμούς τις φαμίλιες τους. Την δεκαετία του 1930 -που Κεμάλ και Βενιζέλος πάσχιζαν να θέσουν βάσεις ελληνοτουρκικής φιλίας- το τραγούδι ακουγότανε στη Σμύρνη και στην Πόλη. Ένα πλοίο με Τούρκους ναύτες που έδεσε στο λιμάνι του Ρεθύμνου, το φερε στην Κρήτη. Ο Στέλιος Φουσταλιέρης -από τους τελευταίους πια πρωτομάστορες της κρητικής μουσικής που χάθηκαν- έπεισε τους Τούρκους ναυτικούς να το μουρμουράνε συνεχώς, μέχρι να πιάσει το σκοπό και να τον αναπαράγει με το μπουλγαρί του. Έπειτα του φτιαξε λόγια ταιριαστά με τον Τούρκικο αμανέ:


«Μια Τουρκοπούλα στο τζαμί πάει να προσκυνήσει, γιαλελέλι, τοάδες κάνει στο θεό για ν' αλλαξοπιστήσει.
Φίλε Edem , ωχ αμάν, αμάν.
Τουρκοπούλα, ο φερετζές σου κρύβει μέσα τσ' ομορφιές σου, κρύβει μέσα τσ' ομορφιές σου, Τουρκοπούλα, ο φερετζές σου.
Μια Τουρκοπούλα στο τζαμί, "Αλλάχ, Αλλάχ" φωνάζει, γιαλελέλι, Κι όταν θα πει το "μπιρ Αλλάχ" μεσ' στην καρδιά με σφάζει.
Φίλε Edem , ωχ, αμάν, αμάν.
Τα νεότερα χρόνια, το τραγούδι άλλαξε μορφή με τους στίχους του Νίκου Ξυλούρη κι έγινε πια το γνωστό «Μια παντρεμένη αγαπώ...».
** Στη φωτογραφία ο Στέλιος Φουσταλιέρης, "δημιουργός" της κρητικής εκδοχής του παλιού Φίλε Εντέμ με το μπουλγαρί ανά χείρας. Το παλαιότερο νηκτό τρίχορδο της Κρήτης που μέχρι την δεκαετία του 1920 συνόδευε τη λύρα. Το λαγούτο το διαδέχτηκε και το .. αφάνισε.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το ""Φιλεντέμ πάει να πει ... ζωή""

Σάββατο, Μαρτίου 10

Το προξενιό...


Την Φωτεινή θαρρώ την ήξερα από .. πάντα. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, έστω.
Μία όμορφη ψηλόλιγνη φιγούρα όλο σκέρτσο και χαμόγελα. Μεγάλωσα κανακεμένη στην αγκαλιά της. Όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά. Οι μάνες κάποτε θυμώνουν ή νευριάζουν με τα καπρίτσια μας αλλά .. οι θείες ποτέ. Κι η Φωτεινή αυτό ήταν: Η ανύπαντρη θεία που λάτρευε όλα της τα ανήψια. Με την ζυγαριά λίγο να γέρνει ζαβολιάρικα στο μέρος μου.
Αυτές οι "ζαβολιές" μας είναι που έκαναν τη διαφορά. Έφτιαχναν ένα συνωμοτικό κώδικα επικοινωνίας ανάμεσά μας. Από τις εποχές που αρνιόμουν πεισματικά να "πιω το γάλα μου" κι εκείνη βοηθούσε να το .. ξεφορτωθώ, μέχρι τις εποχές των .. προξενιών.

Κόντευε τα τριάντα κι εγώ τα δέκα μου χρόνια, αλλά ήταν σαν να αλλάζαμε ταυτόχρονα
σελίδα κι οι δυό μας. Εκείνη, καθώς έχανε τις αντιστάσεις της στην ακατάσχετη κουβέντα για το ... ράφι -που πάντα άνοιγε το σόι παρουσία της- κι εγώ γιατί άρχιζα να ψιλοκαταλαβαίνω ότι ήταν καιρός να της ανταποδώσω κάθε εκδούλευση του πρόσφατου παρελθόντος μας.
Και πράγματι, η Φωτεινή κουράστηκε να αντιστέκεται στις πιέσεις. Και καθώς ήταν όμορφη γυναίκα, τα προξενιά και οι επίδοξοι γαμπροί στοιχίζονταν στη γραμμή και προσδοκούσαν το "yes i do". Μόνο που τότε η "ιεροτελεστία" .. διέφερε κομματάκι.
Την αρχή έκανε η γυναίκα του Μπακάλη μας: η κυρά Καίτη. (Παρατηρώντας την Παπαδιά στο "καφέ της Χαράς" το μυαλό μου επέστρεφε συχνά στην κυρά Καίτη. Ίδιο σουλούπι. Και το παρατσούκλι αυτής: Ρώυτερ). Ήξερε άμεσα ποιό "οχυρό" πολιορκείται και ποιό κοντεύει να πέσει στα δίχτυα του προξενιού. Και -ω του θαύματος- είχε πάντα κατά νου τον κατάλληλο σύζυγο.
Το μαντάτο το ξεφούρνιζε ... περνώντας τυχαία να πιεί έναν καφέ στο σπίτι της "υποκύψασας". Δράση με βάση οργανωμένο σχέδιο. Πρώτα άρχιζε τα παινάδια: "και τι νοικοκυρά που είσαι" ή "έχει να λέει η γειτονιά για το πόσο αγαπάς τα ανήψια σου". Μετά προχωρούσε σταδιακά στο παρασύνθημα: "άλλο όμως τα δικά σου τα παιδιά κι άλλο τα ανήψια. Κι είσαι κι όμορφη. Ουρά θα κάνουν οι λεγάμενοι, αρκεί να το θελήσεις". Και πες πες κάποτε .. έπεφτε το φρούριο.
Η Φωτεινή, βέβαια για να ακριβολογούμε, δεν "έπεσε". Απλά στέρεψε από δικαιολογίες και είπε με τα πολλά να δοκιμάσει. Ήταν λίγο στη μέση κι η περιέργεια, νομίζω.
Κι έτσι αρχίσαν όλα. Πρώτη επαφή στο σπίτι μας. Σε ουδέτερο έδαφος. Η Κυρά Καίτη με τον γαμπρό παραμάσχαλα, η μάνα μου κι εγώ παρούσες για το "ξεκάρφωμα" και η ενδιαφερόμενη με ύφος αμνού που οδεύει σε σφαγή.
Κάπου ανάμεσα στα σοβαρά λογύδρια και τις παραινέσεις της μάνας μου, κρυφογελούσαμε όλες με το .. αστείον του πράγματος, περιμένοντας το "κελεπούρι". Και μόλις χτύπησε το κουδούνι η προξενήτρα, η Φωτεινή σε μία στιγμή πανικού με βούτηξε από το χέρι και μου 'πε:
"Εσύ θα με σώσεις. Αν δεις να βγάζω μαντήλι και να σκουπίζω τη μύτη μου θα αρχίσεις να λες πως πονάει η κοιλίτσα σου. Και κοίτα κακομοίρα μου, να τους διώξεις από τις φωνές άρον άρον".
Εκείνη την πρώτη φορά ήμουν απροετοίμαστη, αλλά ως "εκκολαπτόμενη γυναίκα" το
θέατρο δεν το 'χα για άγνωστη τέχνη. Ο γαμπρός εμφανίστηκε μπροστά μας με μία τεράστια
ανθοδέσμη και κακώς δεν μπήκε στον κόπο να κρυφτεί πίσω της, όπως γινόταν στις παλιές ελληνικές ταινίες. Φυσιογνωμία αξέχαστη. Η κυρά- Καίτη τον είχε περιγράψει ως καλαμπουρτζή, ανοιχτοχέρη, γλεντζέ αλλά δεν είχε απαντήσει στις ερωτήσεις περί εμφάνισης. Μέγας διπλωμάτης η προξενήτρα!! Και τι να πει άλλωστε? Κοντός, χοντρός και άσχημος? Και ... βλάχος. Την Φωτεινή, θαρρώ, πως περισσότερο από όλα την πείραξε αυτό. Όλο κάτι τραύλιζε ο λεγάμενος αλλά ήταν τόσο βαρύ το ... τσελιγκέικο που δεν καταλαβαίναμε τίποτα. Και δεν άργησε και πολύ να φανεί το μαντήλι. Έμπηξα κι εγώ φωνές και κλάματα και γρήγορα η προξενήτρα αποφάσισε πως "αφού είναι το παιδί άρρωστο, να πηγαίνουμε κι εμείς". Το "μυστικό" βέβαια έμεινε μεταξύ μας και για το χατήρι της βρέθηκα να πίνω όλη νύχτα σούπες και φασκόμηλα, για να συνέλθω από την ξαφνική "αδιαθεσία".
Το κόλπο όμως πέτυχε και τις επόμενες μέρες ακόμη κι η μάνα μου δεν τόλμησε να ξαναμιλήσει για το σουλούπι του γαμπρού, παρά μόνο χαμογέλαγε όσο του σουρνε τα εξ αμάξης η Φωτεινή. Πέρασε μήνας. Ξεχάστηκε το χουνέρι κι η κυρά Καίτη κατέφτασε με αναπτερωμένο το ηθικό να πιει καφέ και να φέρει φρέσκα μαντάτα: "Καλό παιδί, Φωτεινή μου. Και κούκλος. Θα στε ζευγάρι από τα λίγα. Άκου κι εμένα που κόβει το μάτι μου".

Την θυμάμαι καθισμένη σε μία ντιβανοκασέλα να κοιτάζει τη μάνα μου παραπονιάρικα, σαν να της έλεγε "πάλι τα ίδια θα περάσουμε". Ενέδωσε όμως και τούτη τη φορά, αφού προηγουμένως το άπαν σύμπαν του σογιού συνωμότησε να τηνε καταφέρει. Και στολίστηκε με μισό χαμόγελο να συναντήσει τον "κούκλο". Σε μία στιγμή μονάχα, την έπιασε πάλι η λιγοψυχιά και με τράβηξε κοντά της. "Αν βγάλω μαντήλι, ξέρεις τι να κάνεις" μου ψιθύρισε βιαστικά. Αλλά όταν τον είδα, κι εγώ η ακάτεχη πιτσιρίκα ξέχασα τα μαντήλια και τα σχέδια της άτακτης υποχώρησης. Κούκλος αληθινός. Ψηλός, όμορφος, καλοντυμένος. Τον κοίταζα καθισμένο απέναντι της και καμάρωνα τον νέο μου ... θείο. Το 'χα για σίγουρο πια, τούτο το συνοικέσιο. Κι η Φωτεινή όμως. Ούτε σκέψη για μαντήλι.
Λίγες μέρες μετά σταμάτησε έξω από το σπίτι μας μία απαστράπτουσα κουρσάρα κι ο "γαμπρός" ήρθε κουβαλώντας και το απαραίτητο λουλουδικό για να την πάει βόλτα. Κι έπειτα η κουρσάρα εμφανιζόταν όλο και πιο συχνά. Τα ραντεβού πύκνωναν. Ώσπου ενα βράδυ η Φωτεινή γύρισε σε μαύρο χάλι. Ρούχα κουρέλια και πρόσωπο μπλαβισμένο από τα χτυπήματα. Έκλαιγε στην αγκαλιά της μάνας μου και έλεγε "δεν του σηκώνεται αλλιώς". Μπήκα μέσα με όλη την αφέλεια της ηλικίας μου να ρωτήσω τι "δεν σηκώνεται". Απάντηση δεν πήρα αλλά το σκηνικό εκείνης της νύχτας δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

Όλοι την άφησαν ήσυχη τη Φωτεινή, μετά από αυτή την τραγωδία. Κανείς δεν τολμούσε πια να μιλήσει ξανά για προξενιό. Επιστρέψαμε σιγά σιγά στη ρουτίνα μας κι εγώ απολάμβανα πάλι την αποκλειστικότητα σε όση αγάπη της περίσσευε. Πέρασαν χρόνια. Η ορθοστασία στα εργοστάσια γέμισε με τεράστιες φλέβες τις καλλίγραμμες γάμπες της. Την άκουγα συχνά να κλαψουρίζει στη μάνα μου για τη μοναξιά της. Έλεγε και για κάτι παντρεμένους γειτόνους που την είχαν στο στενό μαρκάρισμα. Αλλά η Φωτεινή "εκπτώσεις" δεν έκανε. "Εγώ θέλω άντρα δικό μου, έλεγε στη μάνα μου. Συντροφιά στα βράδια μου. Ξέρεις τι άσχημο πράγμα είναι η μοναξιά; Να γυρνάς στο σπίτι και να μη σε περιμένει κανείς; Να φτιάχνεις το φαϊ και να το τρως ολομόναχη; Να αρρωσταίνεις και να μη τρέχει κάποιος να σου δώσει ένα ζεστό φλισκούνι; Γερνάω πια και την τρέμω την ρημάδα τη μοναξιά".
Κι η μάνα μου με την ελαφράδα των ανθρώπων που ψωνίζουν από τις "έτοιμες" λύσεις ξανάπιασε με τρόπο την Κυρά Καίτη και μαζί ετοίμασαν το νέο προξενιό για τη Φωτεινή. Μόνο που τούτη τη φορά η "νύφη" είχε μαλακώσει κι ήταν αποφασισμένη να υποκύψει πριν ακόμη δει τον λεγάμενο. Έλειπα πλέον από το σπίτι αλλά η Φωτεινή με πήρε τηλέφωνο εκείνο το απόγευμα:
- Πιτσουνάκι (έτσι με λεγε πάντα) μάντεψε τι νέα σου χω.
- Τι είναι θεία; Μη μου πεις ότι παντρεύεσαι; είπα γελώντας
- Ναι κι ούτε μαντήλια θα κουνήσω απόψε, ούτε δυσκολίες θα φέρω, μου πε αποφασισμένη. Θα κλείσω τα μάτια και θα πάρω όποιον μου φέρουν, Άννα μου. Βαρέθηκα τη μοναξιά. Τίποτα και κανείς δεν μπορεί να ναι ασχημότερος από αυτήν.

Έτσι το κανε η Φωτεινή κείνη τη φορά. Έκλεισε κυριολεκτικά τα μάτια. Ο Αντώνης ήταν χήρος με μία κόρη στα 18 κι ένα γιό στα 25. Δούλευε χειριστής σε ένα σπάνιο μηχάνημα (δύο υπήρχαν σε όλη την Ελλάδα τότε) που χρησίμευε στην κατασκευή φραγμάτων. Ζωή τσιγγάνικη, με τσαντήρι σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, λόγω δουλειάς. Καλός άνθρωπος-υποθέτω- όταν ήταν ξεμέθυστος. Δηλαδή, κάτι σπάνιες και πολύ πρωινές ώρες. Ούτε στο γάμο τους δεν κατάφερε να κρατηθεί νηφάλιος. Τρέκλιζε ακόμη και μέσα στην εκκλησία.
Τη θυμάμαι τη Φωτεινή, εκείνη τη βραδιά, να γλυστράει το μαντηλάκι από την μανσέτα του νυφικού και να σκουπίζει με τρόπο τα μάτια της. Και κάθε που βγαινε το μαντηλάκι δειλά, μου ρχοταν να βάλω τις φωνές πως "πονάει η κοιλίτσα μου", μπας και τη σώσω κι από τούτο το χουνέρι. Λες κι ήξερα πόσο σκληρότερη είναι η μοναξιά στο "μαζί" που διάλεξε, από κείνη που 'χε τόσα χρόνια μόνη της.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Το προξενιό..."

Πέμπτη, Μαρτίου 8

"Το Δημοκρατικό Ηράκλειο σας καλωσορίζει"



Έτυχε ποτέ να αγαπάς κάτι και να το μισείς ταυτόχρονα? Είναι ένα περίεργο συναίσθημα που οι γλωσσοπλάστες δεν το έχουν μαντρώσει σε λεξούλα ακόμη. Όχι "χαρμολύπες" και γλυκανάλατα παρεμφερή. Να το αγαπάς δυνατά: να υπερασπίζεσαι την υπόστασή του, να το διεκδικείς, να λες είναι κομμάτι μου (αχ αυτά τα ιδιοκτησιακά καθεστώτα της αγάπης).
Κι από την άλλη να το μισείς με το ίδιο πάθος: να καταγράφεις νοερά τις ελλείψεις του, να το αφορίζεις, να λες «μικραίνει την ψυχή μου» και με εγκλωβίζει.

Γιατί τα λέω όλα αυτά? Για την πόλη μου. Το Ηράκλειο. Που πάντα είναι και δεν είναι «μου». Αλλά αυτή υποθέτω είναι η μοίρα των «φευγάτων». Αυτών που άφησαν τον γενέθλιο τόπο για έναν άλλο. Παντού "δικοί" και παντού "ξένοι".
Ερχόμουν κάποτε παιδί με το πρωινό πλοίο. Θυμάμαι ότι οι αναμνήσεις μου από το Ηράκλειο είχαν πάντα εικόνες στην πρωινή γκρίζα διαδρομή από το λιμάνι μέχρι το δυτικό άκρο της πόλης.
Πόλη ξενύχτισσα κι αριστοκράτισσα στα πρωινά ξυπνήματα. Δεν συναντούσαμε ποτέ κίνηση –ούτε τώρα συναντάς- καθώς στις 6.00 το πρωί τούτη η γωνιά της γης απλά κοιμάται. Ούτε χασμουριέται, ούτε σκέφτεται να ξυπνήσει.
Το λιμάνι είναι η μόνη πρωινή της παραφωνία.
Σε όλη την διαδρομή της παραλιακής είχα την αίσθηση ότι εδώ οι άνθρωποι αποστρέφονταν την θάλασσα. Ο δρόμος ύψωνε τείχη από την πλευρά της για να κρύψει τις αυτοσχέδιες χωματερές. Και μετά, καθώς το τοπίο άλλαζε, βρισκόμασταν μπροστά σε παλιά εγκαταλελειμμένα εργοστάσια. Τζάμια σπασμένα, σίδερα σκουριασμένα, κτήρια ετοιμόρροπα. Και μετά σπίτια. Σαν κάποιος να τα πέταξε άτσαλα ανάμεσα στους δρόμους. Όχι να τα ‘κτισε. Να τα πέταξε. Θυμάμαι πάντα το ταξί στο σημείο αυτό της διαδρομής να κάνει τον γύρο ιδιοκτησιών, που βρίσκονταν καταμεσής του δρόμου. Μετά από χρόνια έμαθα τι σημαίνει «αυθαιρετούπολη».
Μαζί με τις εικόνες που είχα από εκείνες τις εποχές είχα και μία αδιόρατα εμετική μυρωδιά. Και πάλι μου πήρε καιρό να πληροφορηθώ ότι δίκτυο αποχέτευσης δεν υπήρχε και αν υπήρχε ήταν προνόμιο των πλουσίων. Οι υπόλοιποι διοχέτευαν τα λύματα με αγωγούς σε χαντάκια πέριξ των δρόμων.

Ερχόμασταν καλοκαίρι συνήθως. Και η μυρωδιά ήταν ένα παράξενο θέμα συζήτησης. Παραπονιόμουν διαρκώς για αυτό το ενοχλητικό «κάτι» στην ατμόσφαιρα αλλά οι υπόλοιποι το είχαν τόσο συνηθίσει, ώστε δεν το αναγνώριζαν καν.
Έπειτα θυμάμαι τα βραδινά ξενύχτια για το νερό. Η θεία μου έλεγε πάντα μόλις φτάναμε: "Και προσοχή στο νερό. Μην ξεχαστείτε. Γιατί θα σας στείλω να κουβαλάτε από την βρύση".
Θυμάμαι στην αυλή τον τενεκέ με το βρυσάκι, που γέμιζε από την πάνω πλευρά. Το άγχος μας ήταν να μην αδειάσει ενώ πλενόμασταν και η «τρομερή» θεία μας στείλει στη βρύση για ανεφοδιασμό. Μισή ώρα δρόμος κάτω από τον Αυγουστιάτικο ήλιο.
Και μόλις σουρούπωνε βγάζαμε τις καρέκλες στην αυλή και καθόμασταν. Ποιά αυλή δηλαδή? Στον δρόμο καθόμασταν. Αλλά το ίδιο έκαναν όλοι τριγύρω. Και το θέμα της κουβέντας ήταν το νερό.
- Άκουσες το νερό?
- Ήρθε το νερό?
- Το νου σας να δούμε το νερουλά
Στην αρχή μου φαίνονταν κορακίστικα όλα αυτά. Μέχρι που μου εξήγησαν. Το νερό του δικτύου ανέβαινε με μοτεράκια στα ντεπόζιτα, που είχε κάθε σπίτι στην ταράτσα του. Και 2-3 φορές την εβδομάδα ξενυχτούσαν όλοι για να μαζέψουν νερό. Τις υπόλοιπες φορές απλά έτρεμαν μην τελειώσει και ... μισοπλένονταν. Χρόνια μετά ένας ευρηματικός Δήμαρχος μας εξήγησε ότι το πρόβλημα της λειψυδρίας δεν ήταν υπαρκτό αλλά .. ψυχολογικό. Ναι, είπε τους ψηφοφόρους του ευθαρσώς ψυχοπαθείς. Αλλά δεν το μέτρησε καλά το πράγμα και δημαρχία δεν ξανάδε.

Στη διάρκεια των καλοκαιριών εκείνων κατεβαίναμε συχνά στο κέντρο. «Πάμε στη βόλιτα» έλεγαν οι ξαδέρφες μου. Η «βόλιτα» (που ήταν βόλτα) δεν ήταν παρά η περατζάδα στο κέντρο της πόλης. Κάτι σαν νυφοπάζαρο. Μόνο που δεν ήμουν σε ηλικία κατάλληλη για να εκτιμήσει τέτοιες εξόδους. Οι ξαδέρφες με δελέαζαν με τα αξιοθέατα. «Κοίτα το συντριβάνι στα Λιοντάρια» έλεγαν.
Αφού είναι βρώμικο και δεν τρέχει σταγόνα νερό, τι να κοιτάξω, σκεφτόμουν.
«Θα σε πάμε στη Δαιδάλου, να χαζέψεις τους τουρίστες» ανακοίνωναν πομπωδώς όταν μούτρωνα. Και πηγαίναμε. Και μάλλον εκείνες χάζευαν και τους τουρίστες και τα "καμάκια". Η οδός Δαιδάλου –το καμάρι της πόλης- δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ο μοναδικός πεζόδρομος στο κέντρο με καταστήματα λαϊκής τέχνης και καφετέριες. Greek Mousaka και Do you like Mαμαζέλ the Greece.
Μετά διασχίζαμε την περιβόητη αγορά. Κι ήταν ίσως το μόνο κομμάτι της πόλης που με συνέπαιρνε πάντα. Μυρωδιές από μπαχαρικά στην ατμόσφαιρα, λαχανικά και φρούτα να «ποζάρουν» κάτω από τις τέντες των μανάβικων, χόρτα που κοίταζα ξαφνιασμένη τα ονόματά τους στα ταμπελάκια και μου ήταν όλα άγνωστα. Και εκεί -σε μία στοά μέσα- τα «γρουσουζάδικα» παραδοσιακά ταβερνεία με καρό τραπεζομάντηλα και παϊδάκια στη λαδόκολλα. Και πιο κει τα δερμιτζίδικα. Οι παλιοί μαστόροι καθισμένοι στις πόρτες τους. Τα μαχαιροποιεία παραδίπλα. Με τις λάμες των κρητικών μαχαιριών να στραφταλίζουν στο φως και τα δίστιχα του Μουντάκη και του Ξυλούρη χαραγμένα πάνω.



Σήμερα 30 χρόνια μετά, δεν άλλαξε και πολύ τούτη η πόλη.
Το 1996 (πάνε 10 χρόνια και παραμένει επίκαιρο) μου το ‘πε ο Φρέντυ Γερμανός. Είχε να ‘ρθει στο Ηράκλειο από την κηδεία του Καζαντζάκη. Θυμόταν πάντα με αγάπη το Ηράκλειο γιατί σε κείνο το ρεπορτάζ της κηδείας ξεκίνησε ουσιαστικά η δημοσιογραφική καριέρα του. Έκανε λοιπόν σαν ξανάρθε τις βόλτες του στην πόλη και μετά καθισμένος με μία μεγάλη παρέα στα Λιοντάρια έλεγε ότι η πόλη δεν άλλαξε καθόλου. Μερικοί διαφώνησαν έντονα. Αλλά τον άκουγα -και το συνειδητοποιούσα ταυτόχρονα- και έβρισκα πως είχε όλα τα δίκια του κόσμου. Σαν να μην περνάει ο χρόνος από πάνω της. Μόνο από πάνω μας.

Τα Λιοντάρια ακόμη και σήμερα, εν έτη 2006, είναι μία άσχημη πλατεία γεμάτη τραπεζοκαθίσματα και με ένα συντριβάνι που άλλοτε στάζει κι άλλοτε ξεραίνεται. Η Δαιδάλου έχασε την αίγλη της από τότε που όλο το κέντρο πεζοδρομήθηκε. Η αγορά παραμένει στην ίδια θέση μόνο που δερμιτζίδικα, μαχαιροποιία και γρουσουζάδικα δεν υπάρχουν πια. Και τα μανάβικα σε μία «αναλαμπή κακογουστιάς» από πλευράς Δήμου αναδομήθηκαν και έγιναν παντελώς ομοιόμορφα. Η παραλιακή λεωφόρος μέχρι πρότινος φιλοξενούσε σε έναν τοίχο της την εύστοχη παρατήρηση κάποιου, ζωγραφισμένη με κατάμαυρο σπρέυ. Έγραφε: Ηράκλειο, κουασιμόδεια πόλη. Έπειτα άρχισαν τα έργα ανάπλασης κι ο τοίχος κατεδαφίστηκε.
Η πλατεία της Νομαρχίας άλλαξε όψη με βάση την μελέτη που βραβεύτηκε στο σχετικό διαγωνισμό. Οι λόγιοι του τόπου σκιάχτηκαν όταν είδαν το αποτέλεσμα. Στρώθηκε παντού μάρμαρο, κόπηκαν όλα τα δέντρα, μπήκαν παράξενα «φαλλικά» σύμβολα από μπετό και σίδερο (μοιάζουν με εκτοξευτήρες πυραύλων, καθώς κοιτούν προς τον ουρανό) και γύρω γύρω σκορπίστηκαν μερικά παγκάκια από μπετόν. Κι όμως κι αυτή την τιμωρία την συνηθίσαμε.

Στην είσοδο της πόλης γράφει χρόνια τώρα «Το Δημοκρατικό Ηράκλειο σας καλωσορίζει». Και έχει δίκιο ο εμπνευστής της ταμπέλας. Το Ηράκλειο είναι όντως δημοκρατική πόλη. Με μία παράξενη θεώρηση, που λέει ότι ο κόσμος του μπορεί να δεχτεί και να ανεχτεί τα πάντα. Την κακογουστιά, την έλλειψη υποδομών, την κοροϊδία, τον παραγκωνισμό, τα πάντα. Βλέπεις πάνε χρόνια που ενεπλάκη σε ένα δυσάρεστο παιχνίδι της πολιτικής: είναι η «δεδομένη» αγαπημένη των Πράσινων και η «χαμένη» αγαπημένη των Βένετων. Έτσι κανείς δεν ασχολείται ουσιαστικά μαζί της.
Και μετά είναι κι οι άρχοντες της πόλης που διακατέχονται από μία ισχυρή δόση σχιζοφρένειας. Παράδειγμα: Παρέλαβαν την πρώην Αμερικανική Βάση και την άφησαν από κόσμημα να γίνει σκουπίδι. Φαγώθηκαν να γκρεμίσουν το Ξενιά στο λιμάνι και μετά αλληλομηνύθηκαν γιατί διαπίστωσαν ότι το κτήριο ήταν επισκευάσιμο. Έφτιαξαν νέους κόμβους στις εισόδους της πόλης αλλά «ξέχασαν» τις ράμπες των πεζών. Φύτεψαν φοίνικες στην παραλιακή αλλά ξέχασαν να τους ποτίσουν και ξεράθηκαν. Άφησαν τον τάφο του Καζαντζάκη να γίνει περιστεριώνας (για να μην πω κάτι άλλο που μου ‘ρχεται στο μυαλό με την ίδια κατάληξη). Το Ενετικό τείχος της πόλης και ο Κούλες στο λιμάνι, έργα σπάνιας τεχνοτροπίας και αξίας, καταρρέουν. Η Κνωσός (πρώτη πηγή εσόδων του ΥΠ.ΠΟ. μετά την Ακρόπολη) στην απόλυτη εγκατάλειψη, σε βαθμό που τα πυθάρια της να πηγαινοέρχονται σε καρότσες τσιγγάνων. Το Αρχαιολογικό Μουσείο να ξερνά σοβάδες πάνω σε εκθέματα και τουρίστες μέχρι να αποφασίσουν οι μεγαλόσχημοι να αρχίσει η συντήρηση και η επέκτασή του.


Μπορώ να γράφω ώρες για τις ασχήμιες και πάλι να μην αδειάσει ο θυμός που μου προκαλούν όλα αυτά. Αλλά τώρα συνειδητοποιώ πόσο κουραστική γίνομαι.
Καιρός να μιλήσω και για την άλλη όψη της πόλης. Αυτή που ισοσταθμίζει την κατάσταση. Βλέπετε, το Ηράκλειο -τώρα που το καλοσκέφτομαι- μοιάζει απόλυτα με την μπλοκόσφαιρα. Σε σαγηνεύει με την ασχήμια της .. ομορφιάς του.
Μάλλον έχει να κάνει με μία μυστική και αιωνίως αδήλωτη συμφωνία, που έχει συνάψει αυτό το κομμάτι της Κρήτης με το σκοτάδι. Έτσι, όσο διαρκεί το φως της μέρας η ασχήμια είναι γυμνή και εκτεθειμένη παντού. Οι άνθρωποι μοιάζουν να υπομένουν στωικά το μποτιλιάρισμα, τα σκουπίδια, τα πολιτικά σκουπίδια, τις δουλειές τους, τα πάντα. Αλλά, σαν νυχτώσει, η πόλη αλλάζει όψη. Αλήτισσα και καλντεριμιτζού. Αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι που σκυθρωπιάζουν όλη μέρα, βρίσκουν διεξόδους την νύχτα σε κάτι πανέμορφα στέκια. Αυτοσχέδια τις περισσότερες φορές. Σε ξαφνιάζουν προσφέροντας ρακί και χαμόγελα παρέας στα πιο απίθανα μέρη. Ή μπορεί να βρεις όσο πολιτισμό λείπει από την επίσημη Πολιτεία σε πρωτοβουλίες μερικών κουζουλών, που άλλοτε φτιάχνουν μουσεία (αδειάζοντας τις τσέπες τους, εννοείται, όπως ο Ανεμογιάννης και ο Μαρκάκης) κι άλλοτε οργανώνουν γιορτές ψυχής και χαράς.


Αν δεν βγάλεις ρακί σε παραδοσιακό καζάνι, αν δεν δεις πατητήρι να ρέει τον πρώτο μούστο, αν δεν ακούσεις μία λύρα (να ξεμυτίζει απροσδόκητα από κάποιο πόρτ-μπαγκάζ) και να παραπονιέται, αν δεν χαθείς στις ερωταποκρίσεις των μαντινάδων, αν δεν νοιώσεις την αναπάντεχη δίψα αυτών των ανθρώπων να αντικαταστήσουν την ασχήμια με ομορφιά, δεν μπορείς να καταλάβεις τι λέω.
Τα καλοκαιρινά βράδια στον Κούλε, στην Κνωσό, στο Μαρτινέγκο, στην Αγιά Ειρήνη είναι η άλλη διάσταση της πόλης. Εκεί που απέτυχαν οι Αρχές κι ήρθαν οι πολίτες να διορθώσουν. Να ανακαλύψουν περατζάδες, να τις σαρκάσουν και μετά να τις απολαύσουν. Γιατί λέω να τις σαρκάσουν? Οι Ηρακλειώτες είναι λαός με ιδιότυπο χιούμορ αυτοσαρκασμού.
Ο δρόμος που ανεβαίνει από το λιμάνι στην πόλη λέγεται Λεωφόρος 25ης Αυγούστου. Οι ντόπιοι όμως τον λένε αλλιώς. Κατά μήκος έχει πανέμορφα νεοκλασσικά, όλα ανακαινισμένα από τις πιο εύρρωστες επιχειρήσεις του νησιού, που στεγάζονται εκεί. Λούστρο και κατώφλι του Ηρακλείου ο δρόμος αυτός, φτιαγμένος λες για να προδιαθέτει τον επισκέπτη για μία πόλη ονειρεμένη. What a πλάνη! Οι Ηρακλειώτες λένε τον δρόμο «Λεωφόρος της πλάνης».
Στο λιμάνι ο βραχίονας, που φτάνει ως τον Κούλε, είναι το μοναδικό πρόσφορο καταφύγιο για τους περιπατητές. Τα σχέδια των πολεοδόμων εδώ αποστρέφονται τους πεζούς όσο και τους οδηγούς αυτοκινήτων. Ουδείς ευχαριστημένος. Τέλος πάντων, στο λιμάνι ήταν (ως πολύ πρόσφατα, καθώς τα έργα της Ολυμπιάδας άνοιξαν κάπως το παραλιακό μέτωπο) ο μόνος τόπος να περπατήσεις και να δεις θάλασσα. Οι ντόπιοι ονόμασαν τον λιμενοβραχίονα «Λεωφόρο μπάι πας» σατιρίζοντας τις ανάγκες των καρδιοπαθών για περπάτημα, που έβρισκαν καταφύγιο μόνο εκεί.

Μόλις ξεφύγεις λίγο όμως από τα όρια της πόλης τα πράγματα αλλάζουν. Τα νέα προάστεια του Ηρακλείου, γειτονιές που φτιάχτηκαν με φροντίδα και σύνεση μετά την Τρίτη γεννιά (!!) αυθαιρέτων, έχουν όψεις ανθρώπινες. Οι Αρχάνες (είναι το πρώτο χωριό με Ευρωπαϊκό Βραβείο) πόλη πια και μάλιστα υπέροχη. Οι Βούτες, παραδοσιακό καταφύγιο, όλο πράσινο και νερά. Η Ρογδιά, το «μπαλκόνι» του Ηρακλείου με το παραλιακό μέτωπο αξιοποιημένο. Το Σκαλάνι, ημιορεινός τόπος αλλά με την δική του γοητεία. Η Κνωσός, το Γάζι, η Νέα Αλικαρνασός, η Αγία Πελαγία, η Παντάνασσα. Περιοχές που σ’ αφήνουν να αναπνεύσεις.

Και οι λέξεις μου φτωχαίνουν. Δεν ξέρω πώς να το περιγράψω κι αυτό το συναίσθημα. Ίσως να μην έχει να κάνει με τους τόπους αλλά με τους ανθρώπους τους. Εδώ οι άνθρωποι δεν ξέρω αν είναι πια φιλόξενοι (όπως λένε πολλοί ... και κυρίως οι τουριστικές μπροσούρες) αλλά έχουν μία παράξενη ανεκτικότητα που τους γλυκαίνει. Κι έχουν και μία διορατικότητα. Ένα ένστικτο αλάθητο. Ξέρουν να ξεχωρίζουν το "καλό" και να το αγκαλιάζουν. Δεν είναι ιστορικά τυχαίο αυτό που συνέβη με την κηδεία του Καζαντζάκη. Ήταν επιλογή της πόλης και των ανθρώπων της. Μόνο όποιος βλέπει την συνέχεια των πραγμάτων εδώ, μπορεί να το καταλάβει. Θυμάμαι τότε που στις αίθουσες παιζόταν ο Τελευταίος πειρασμός κι η Ελλαδική Εκκλησία (δεν κρατιόμουν να μη θυμίσω όσα καίνε τον .. πάσης Αθήνας) άρχιζε τα ανάλατα σχόλια. Εδώ ευτυχώς κι η Εκκλησία ακόμη είναι ημιαυτόνομη και υπάγεται απ’ ευθείας στο Οικουμενικό πατριαρχείο. Και αγκάλιασε αμέσως το έργο.

Θυμάμαι αργότερα τον Βαρθολομαίο -λίγες μέρες μετά την ενθρόνισή του- να ‘ρχεται στο νησί. Ανυποψίαστος για το τι θα πει «υποδοχή από κρητικούς». Όποιος δεν ήταν παρών δεν μπορεί να το περιγράψει. Λαϊκός ξεσηκωμός. Ένας λαός ολόκληρος απλωμένος στο διάβα του. Χάθηκε σε αγκαλιές που άνοιγαν διάπλατα και χόρτασε εκδηλώσεις αγάπης απλών ανθρώπων, που του φέρθηκαν με σεβασμό αλλά και μία άδολη οικειότητα. Τον είδα να κρύβει δάκρυα πολλές φορές. Από τότε οι περιστάσεις τον ζύμωσαν και τον γέρασαν αλλά είμαι σίγουρη ότι εκείνη η επίσκεψη και το «βάπτισμα» στην Κρήτη πρέπει να είναι από τις πιο πολύτιμες εμπειρίες του.


Σκέφτομαι συνειρμικά τον Ανδρέα. Κατά βάθος πιστεύω ότι η Κρήτη δεν αγάπησε τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο εκείνον. Ωστόσο, ο Ανδρέας ήξερε να μετουσιώνει τις αγάπες σε ψήφους. Προς το τέλος μόνο -τότε που όλοι υποθέτω είμαστε πιο ειλικρινείς- ψιθύρισε καταβεβλημένος σε ένα μικρόφωνο: «Μόνο σαν έρχομαι εδώ παίρνω πια χαρά και δύναμη». Κι αυτό το "πια" έμοιαζε με το πιο γνήσιο "ευχαριστώ" του. Θυμάμαι μία από τις τελευταίες του κεντρικές προεκλογικές συγκεντρώσεις στην πλατεία της Νομαρχίας. Χιλιάδες ο κόσμος. Πως να τους τιθασεύσεις? Πούλμαν έφταναν από κάθε γωνιά της Κρήτης. Έβλεπες στριμωγμένους ανθρώπους όπου γυρνούσε το μάτι σου. Σκαρφαλωμένους σε δέντρα, κρεμασμένους σε μπαλκόνια, σαρδελιασμένους σε δρόμους. Και λέγαμε πως ούτε που θα ακούσουμε την ομιλία του με τέτοια κοσμοχαλασσιά. Και ξαφνικά βγήκε στην εξέδρα. Επευφημίες. Πανζουρλισμός. Και μετά σήκωσε τα χέρια ζητώντας ησυχία. Το επόμενο λεπτό η εικόνα δεν έδενε με τον ήχο. Χιλιάδες γύρω και ... σιωπή απόλυτη. Μαγική στιγμή. Είδα πολλές προεκλογικές συγκεντρώσεις έκτοτε αλλά ποτέ άλλοτε κάτι ανάλογο.


Θυμάμαι και τον Στεφανόπουλο. Θα φανεί παράξενο αλλά το Ηράκλειο είχε να συναντήσει πρόεδρο Δημοκρατίας 20 χρόνια. Από το 1975 και μέχρι τις 8 Νοεμβρίου του 1995 που ο Στεφανόπουλος σκέφτηκε να παραστεί στην επέτειο των 100 χρόνων από τα εγκαίνια του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Μηνά. Τυπολάτρης, συντηρητικός και ολίγον τι απόμακρος συνήθως ο ίδιος. Κι όμως μόλις πάτησε το πόδι του στο Ηράκλειο τον συνεπήρε η υποδοχή. Όλα τόσο αυθόρμητα και τόσο αναπάντεχα. Ο κόσμος όλος στους δρόμους. Μετα βαϊων και κλάδων. Κυριολεκτικά. Να του κρατούν κλωνάρια ελιάς και να τον στεφανώνουν. Ένας Κρητίκαρος του πέρασε το «στέμμα» και του πε: "Τώρα πρόεδρε είσαι πραγματικά … Στεφανόπουλος". Κι εκείνος ξεκαρδιζόταν στα γέλια. Χαμογελάω όσο σκέφτομαι ότι μπορεί να φταίνε κι οι ρακές αλλά ο Στεφανόπουλος έμοιαζε να είχε μεταλλαχτεί. Σαν να τον άγγιξε κι αυτόν το «μαγικό ραβδί» της πόλης.



Ο γνωστός σκηνοθέτης μας, ο Γιάννης ο Σμαραγδής, λέει πως αυτό που εγώ ονομάζω «μαγεία» δεν είναι παρά ο κουζουλός Θεός της Κρήτης. Μπορεί. Τούτος ο τόπος ξαναγεννιέται και ξαναβαφτίζεται στην κουζουλάδα του διαρκώς. Γυρνά την πλάτη στα ασήμαντα και τους ασήμαντους. Τους αφήνει να τον πιλατεύουν στωικά. Αλλά σαν αποφασίζει ότι πρόκειται για κάτι σπουδαίο, γίνεται μαινάδα για να διεκδικήσει και στοργική μάνα για να προστατέψει.
Θυμάμαι τον πίνακα του Γκρέκο. Όχι δεν ανήκε στα προικιά του τέως και κανένας ...Βουλγαράκης δεν τον θεώρησε εθνική κληρονομιά. Θα βγαινε όμως κι αυτός προ διετίας στην δημοπρασία των Christies. "Η βάφτιση του Χριστού". Δεκέμβρης του 2004. Αρχική τιμή 1.000.000 Ευρώ. Η πόλη «μάτωσε» όταν το ΥΠ.ΠΟ. γύρισε την πλάτη στην υπόθεση. Και πείσμωσε. Ήταν ένας παράξενος χειμώνας. Κάθε σπίτι υπολόγιζε πόσα θα δώσει από τον 13ο μισθό για να αγοράσει το Ηράκλειο τον πίνακα. Γιατί ο Γκρέκο έπρεπε να γυρίσει στον γενέθλιο τόπο. Και το όλο εγχείρημα ακουγόταν εξωφρενικά κουζουλό ακόμη και για τους Ηρακλειώτες. Η αριστοκρατία της διανόησης εν τω μεταξύ κρυβόταν πίσω από κάτι γελοίες δικαιολογίες περί γνησιότητας η μη και ουσιαστικά απείχε από την υπόθεση. Κι όσο Πολιτεία, Κράτος και διανοητές περί άλλων τύρβαζαν, τόσο οι Ηρακλειώτες πείσμωναν περισσότερο. Οι Τράπεζες ξεχύλιζαν από ανθρώπους που κατέθεταν 10 και 15 Ευρώ για τον πίνακα. Από υστέρημα. Συνταξιούχοι, μεροκαματιάρηδες, πιτσιρικάδες, άνθρωποι που δεν ήξεραν από τέχνη, μόνο από διαίσθηση. 
Θυμάμαι μία γιαγιά. Γειτόνισσα. Ήρθε έχοντας διπλώσει στο μαντήλι της 20 Ευρώ. Μου τα βαλε στο χέρι και μου είπε:
- Εσύ ξέρεις πως να τα στείλεις για τον Γκρέκο. Εγώ θα πεθάνω αλλά τα εγγόνια μου θέλω να μπορέσουν να τον δουν. Και πες του να με συμπαθά, αλλά δεν έχω άλλα.
Σάστισα. Το ζούσα κάθε μέρα και δεν το πίστευα. Ανέφικτο, ουτοπικό, πιο μεγάλο κι από όνειρο. Αλλά είπαμε, η Κρήτη έχει το Θεό της. Και κείνη τη φορά τον έλεγαν … Γιάννα Αγγελοπούλου- Δασκαλάκη. Δεν μάθαμε ποτέ πόσα ακριβώς μάζεψαν οι Ηρακλειώτες για να μην ξενιτευθεί ο πατριώτης τους ο Δομήνικος. Μάθαμε -εγώ τουλάχιστον- ότι ακόμη και στις μέρες του απόλυτου ωχαδερφισμού τούτη η γωνιά της γης διατηρεί κάτι από "ανεμόμυλους" και "γαλάτες". Η πόλη τελικά τον πήρε τον πίνακα. Δεν έχει σημασία πως. Το πείσμα της ήταν που μέτρησε. Αυτό το πείσμα της θαρρώ πως λατρεύω τελικά.

* Στις φωτογραφίες κατά σειρά εμφανίσεως:
Castello del Molo, το Φρούριο του Κούλε στο λιμάνι.
Ο τάφος του Καζαντζάκη στο Μαρτινέγκο.
Το Μινωικό πατητήρι στην Κνωσό.
Η "βάπτιση του Χριστού" του Γκρέκο, που πλέον εκτίθεται στο Ιστορικό Μουσείο.

"Στα είπα όλα" διατείνονται Μάλαμας και Πασχαλίδης, αλλά πάλι "όσα κομμάτια κι αν μπορέσεις να ενώσεις" ...

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το ""Το Δημοκρατικό Ηράκλειο σας καλωσορίζει""

Παρασκευή, Μαρτίου 2

Στο καπηλειό των Χαΐνηδων

Ο Καραγκιόζης ταιριάζει στο κύτταρό μου. Τρυπώνει στις παιδικές μου αναμνήσεις και στις εποχές που ένας μπερντές έφτανε για να διασκεδάσουμε αυτοσχεδιάζοντας. Μεγαλώνοντας συνεχίσαμε να αυτοσχεδιάζουμε αλλά διασκεδάζουμε όλο και λιγότερο. Και καθώς τις λίγες καλές στιγμές νοιώθουμε την ανάγκη πια να τις ανακαλούμε και να τις αναπαράγουμε σκέφτηκα να αφήσω κατά μέρος την αντιπάθεια στην όποιας μορφής διαφήμιση και να γράψω δύο λόγια για τη νέα δουλειά των Χαΐνηδων.

Χρόνια τώρα με μεράκι και σεβασμό στους παραδοσιακούς ήχους, τα μέλη του συγκροτήματος αναστηλώνουν τις εικόνες μίας Κρήτης που χάθηκε: τα ασβεστωμένα καπηλειά της, όπου η λύρα έψαχνε αφορμή να ξεμυτίσει, τις αντικρυστές μαντινάδες,τότε που η παρέα σκάρωνε στιχάκια και ερωταπαντήσεις, την "αμάχη" του έρωτα, που έστηνε καντάδες στα παραθύρια και την εικόνα του Χαϊνη, που ασκήτευε στα βουνά της Κρήτης.
Πριν λίγες μέρες όμως οι
Χαΐνηδες τόλμησαν κάτι αλλιώτικο. Βάλανε στο στούντιο των Άθω Δανέλλη (τον γνωστό καραγκιοζοπαίχτη) και φτιάξανε μαζί του έναν ιδιότυπο διαγωνισμό για την Γιουροβίζιον. Χωρίς Τάμτα, Σαρμπέλ, Δάνδη αλλά με Μπάρμπα Γιώργο, Χατζατζάρη, Μορφονιό και Καραγκιόζη.
Στο εισαγωγικό σημείωμα του νέου CD που έχει τίτλο "Ο Καραγκιόζης στη Γιουροβίζιον" η παράσταση προλογίζεται ως εξής:

Ένδοξο ελληνικό κοινό,

τίποτα δεν μας σώζει...

γι’ αυτό στη Γιουροβίζιον

στείλτε τον Καραγκιόζη.

Τον βρήκα στην παράγκα του

κι απάντησε πως θέλει,

να μας τα πει με τη φωνή

του Άθω του Δανέλλη.

Και ορχήστρα οι Χαΐνηδες

με τον καμπούρη φίλο,

να μοιραστούνε το φαΐ

και το πολύ το ξύλο.


Και καθώς ο συμπαθής καρπαζοεισπράκτορας συμβιβάζεται να λάβει μέρος στον διαγωνισμό της Γιουροβίζιον το .. σκηνικό στήνεται και τραγούδι το τραγούδι το γέλιο θρονιάζεται για τα καλά στα χείλη. "Θεραπεία γέλιου με τον Καραγκιόζη" λέει πως είναι τούτη η δουλειά ο Άθως Δανέλλης. Τα δε κείμενα των
Χαΐνηδων και οι μουσικές τους ακροβατούν στην φαιδρή πλευρά της καθημερινότητας, πλέκοντας από δημοτικά τραγούδια με ηρωϊδες προβατίνες μέχρι χιπ χοπ με ράπερ τον Μιρικόκο και δυναμικές ηλεκτρικές κιθάρες. Οι δε στίχοι ... δείγμα γραφής το σουξέ που τραγουδάει ο Σταύρακας:

Τρώγω στη δουλειά σκατά
για ν’ αλλάζω κινητά
Σουξέ, σουξέ
η σύνδεσή μου έληξε.

Το δε τραγούδι του Μπαρμπαγιώργου άκρως .. βουκολικόν:
Εισαγωγή: Πρώτος διαγωνιζόμενος απόψε ο Μπάρμπα-Γιώργος. Ο Μπαρμπα-Γιώργος είναι μεγάλος καλλιτέχνης της δημοτικής παράδοσης και απ’ ευθείας απόγονος του μεγάλου σταρ της επανάστασης του ’21 Γεωργίου Καραουισκάκη.

Η προυβάτα η Βαγγελιώ
Το Σαββάτου είχε τσιρλιό
Κι έσκουζε σαν καραμουζα
Παίρν’ τηλέφουνο τη Δρούζα
Και το Θάνου Ασκιτή
Για να μάθου το γιατί
Και μι λέει θα βουηθήσεις
Το προυί αν την πηδήσεις
Κι απού τότε η Βαγγελιώ
Σαν με γλιέπει έχει τσιρλιό
Και την έχου ερωτευτεί
Α, ρε άτιμε Ασκιτή
Αϊ προυβάτα τσαπερδώνα
Είσαι ίδια η Μαντόνα.

Όλο το CD είναι μια καλοδουλεμένη "καραγκιοζοϊστορία" για "μεγαλύτερα παιδιά" με όλες τις συμμετοχές της γκαφατζίδικης συντροφιάς του Καραγκίοζη στον διαγωνισμό της Γιουροβίζιον για την ελληνική πρόκριση και με έπαθλο χίλιες χρυσές λίρες (ως συνήθως) και έξτρα ρεγάλο την όμορφη Βεζυροπούλα Ευρώπ-Χανούμ!

"Τα reality ποθώ

να τα παρακολουθώ

με τις ώρες στην TV

για να δω τι θα συμβεί...

Νιώθω ασφάλεια στους δρόμους

όταν βλέπω αστυνόμους

και οι ξένοι με φρικάρουν

μα οι ξένες μ' εξιτάρουν!

Και μ' αρέσουν οι κραιπάλες

κάθε βράδυ και με άλλες

κάθε βράδυ και με άλλες

(παρέμβαση Καραγκιόζη) θα σου ρίξω δυο ροχάλες!"...



* Νέοι άνθρωποι με φρεσκάδα στη σκέψη και τόλμη στην .. εκτέλεση. Οι Χαϊνηδες είναι ο Δημήτρης Αποστολάκης (λύρα, τραγούδι), ο Δημήτρης Ζαχαριουδάκης (κιθάρα, τραγούδι), η Μαρία Κώτη (ακορντεόν, τραγούδι), ο Μιχάλης Νικόπουλος (μαντολίνο, λαούτο, μπουζούκι), ο Αλέξης Νόνης (αθάνατος, νταούλι, μπεντίρ, νταρμπούκα), ο Αντώνης Σκαμνάκης (κοντραμπάσο), ο Περικλής Τσουκαλάς (ούτι, τσουμπούς, άταστη κιθάρα, γυαιλί-ταμπούρ, ραμπάμπα). Μία παρέα περιπλανώμενων μουσικών όπως οι ίδιοι λένε για το συγκρότημά τους.

Μουσικό κέρασμα το "καπηλειό" τους, ένα γλυκόπικρο τραγούδι που αναστοράται εικόνες ξεφτυσμένες:

Πως να δικάσω μιά ζωή,

και να 'ναι αστέρι το πρωί

που τρεμοσβήνει;

Στο ερηπωμένο καπηλείο

ένα όνειρό μου παλιό

έχει πωμείνει.

02 - to kapilio.mp...

Ακούστε και τις "Αθιβολές" με την ταξιδιάρικη γυναικεία φωνή του συγκροτήματος.

07 - athibolies.mp...

Και τέλος το "παραλήρημα" μ' εκείνο τον παραπονιάρικο στίχο "όλα σου καλά, μα ζητάς πολλά, δεν είναι πάντα Κυριακή".
09 - paralirima.mp...

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Στο καπηλειό των Χαΐνηδων"

Πέμπτη, Μαρτίου 1

7 Όσκαρ .. από καρδιάς


O Καπετάνιος με κάλεσε να γράψω για τις 7 κινηματογραφικές ταινίες που με σημάδεψαν. Δεν είναι απαραίτητα αυτές που θεωρώ καλύτερες. Είναι όμως αυτές που για κάποιους λόγους δεν θα ξεχάσω ποτέ. Όπως το Grease. Δεν ήταν σπουδαία ταινία αλλά ήταν η πρώτη που είδα στη μεγάλη οθόνη. 1978. Ο Τζών Τραβόλτα -γεμάτος μπριγιαντίνη- χόρευε με την Ολίβια Νιούτον Τζών.


Μετά ήρθε η Καζαμπλάνκα. Θερινό σινεμαδάκι στο Ριάλτο. Χρόνια αργότερα διάβαζα τον Ουμπέρτο Έκο σε μία ανάλυση του "φαινομένου": Συγκινεί πάντα -έγραφε- γιατί δεν είναι μία ταινία αλλά πολλές ταινίες μαζί. Συμπυκνώνει όλα τα κλισέ κι όλα τα αρχέτυπα του κόσμου.
Όταν την πρωτόδα δεν σκέφτηκα καν αυτό. Απλά μου φάνηκε ανθρώπινη κι αληθινή.



Το "σινεμά ο παράδεισος" μύριζε πάλι γιασεμί και καλοκαιρινό απόβραδο. Με εκείνη την αλμυρόπικρη γεύση που άφησε η αυτοβιογραφία του Τζιουζέπε Τορνατόρε.


"Και οι θεοί τρελάθηκαν". Δεν ξέρω πόσοι θυμούνται αυτή την ταινία τουΤζέημι Γουάις. Ήταν μία φτωχική παραγωγή από την Μποτσουάνα. Η ιστορία ενός Βουσμάνου στην έρημο Καλαχάρι που τρώει κατακέφαλα ένα ουρανοκατέβατο μπουκάλι Κόκα Κόλα. Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ξαναγέλασα τόσο σε σινεμά.

Στην τηλεόραση πάλι τα πιο ασυγκράτητα γέλια μου τα θυμάμαι με τον Ζήκο. Τον εκπληκτικό μπακαλόγατο που κάθε ατάκα του σ' αυτή την ταινία ενέγραψε .. υποθήκες γέλιου.

Οι γέφυρες του Μάντισον δεν ήταν ταινία που έκανε πάταγο. Δεν είχαν εφέ ή πολύπλοκο σενάριο. Μάλλον με άγγιξαν για τον αντίθετο λόγο: την απλότητα της ιστορίας τους. Μία παντρεμένη νοικοκυρά και ένας φωτογράφος ερωτεύονται σε ένα απρόσμενο Σαββατοκύριακο. Εκείνος (πολίτης του κόσμου, αυτοαποκαλείται) κι εκείνη (πασχίζει να μην κάνει "κάτι που θα ντρεπόταν να διηγηθεί κάποτε στα παιδιά της"). Μετά την κηδεία της η ιστορία ξεδιπλώνεται μέσα από τα γράμματα που τους "κληρονομεί".

Και το "καλύτερα δεν γίνεται" επίσης δεν ήταν .. σταθμός στην ιστορία του κινηματογράφου κι ας πήρε δύο Όσκαρ. Είχε όμως σε μία ατάκα του Τζάκ Νίκολσον τον καλύτερο ορισμό που άκουσα για τον έρωτα. Εκείνος το απόλυτο στραβόξυλο: ένας ιδιόρυθμος συγγραφέας που δεν αντέχει καν ανθρώπους γύρω του. Ώσπου ερωτεύεται μία .. γκαρσόνα. Γυναίκα του καιρού της η Έλεν Χάντ χωρισμένη και μ' ένα φιλάσθενο παιδί. Βαριέται τα ασύλληπτα καπρίτσια του και κάποτε τον ρωτάει απρόσμενα: Πως ξέρεις ότι είσαι ερωτευμένος μαζί μου? Και κείνος .. αφού πρώτα κάνει τις απίστευτες γκριμάτσες που μόνο ο Νίκολσον μπορεί- κάποτε ξεστομίζει (σαν ταυτόχρονα να το ανακαλύπτει κιόλας) "Το ξέρω γιατί κάθε μέρα θέλω να γίνομαι καλύτερος ... μόνο για σένα".

* Μπαλάκι δεν έχει αυτή τη φορά. Έτσι κι αλλιώς σχεδόν όλοι έγραψαν πια τις ταινίες τους.
Θα επανέλθω όμως ζητώντας άλλα .. πιο δύσκολα :)

buzz it!


Permalink για το "7 Όσκαρ .. από καρδιάς"

Ποιός θυμάται πια τον Μαρίνο Αντύπα;


Στον τόπο μου το "αγροτικό ζήτημα" παραμένει πάντα επίκαιρο. Άλλοτε γιατί καίμε τις Νομαρχίες, άλλοτε γιατί πανωγράφουμε τα λάδια κι άλλοτε γιατί πιάνουμε τα κουμπούρια για κτηματικές διαφορές.
Την τελευταία δεκαετία υποτονικότερα ίσως. Σαν κουρασμένοι πια οι αγρότες, παράτησαν τα συλλαλητήρια και ψάχνουν τρόπους επιβίωσης. Κάποτε με επιδοτήσεις που πασχίζουν να φουσκώσουν λιγουλάκι, κάποτε με "νεωτερισμούς" τρέχοντας σε προγράμματα επιμόρφωσης και κάποτε με πάρεργα που συμπληρώνουν το εισόδημα.
Δύσκολο να μιλήσεις στους ανθρώπους των αστικών κέντρων για την ζωή των αγροτών. Σκαμμένα πρόσωπα, μαυρισμένα από τον ήλιο και χέρια που αφήνουν μία αψάδα στις χαιρετούρες. Στις συνελεύσεις των συνεταιρισμών κάποτε με ξάφνιαζε το πλήθος από τις τραχιές φιγούρες τους με τα μαύρα πουκάμισα και τις πελώριες μουστάκες. Τώρα, όλο και λιγότεροι. Πιο εύκολα τους συναντάς στις λαϊκές αγορές πίσω από το ταμπελάκι "παραγωγός αγροτικών προϊόντων". Μ' ένα μόνιμα ματαιωμένο χαμόγελο, που υπολογίζει σε καθε αλισβερίσι τι ποσοστό ανήκει στην "Αγροτικήν Τράπεζα". Κι εκεί τους συναντάς συχνότερα. Διόλου τυχαίο ίσως ότι το επιβλητικότερο εν Ηρακλείω τραπεζικό κτήριο ανήκει στην ΑΤΕ.

Οι ίδιες φάτσες 30 χρόνια πριν ευτύχησαν να πιστέψουν το όνειρο του "αγροτοτουρισμού". Μόνο που οι τουρίστες τότε είχαν σακίδια κι ήταν πιο πεινασμένοι κι απ' τους ίδιους.
Μετά αγάπησαν -μέσα από πολιτικές κουβέντες- την εθνοσωτήριο Ευρωπαϊκή Ένωση, που τους αγκάλιασε με κάτι ελκυστικές επιδοτήσεις "για οριστική εγκατάλειψη" ή "για "αναδιάρθρωση των καλλιεργειών". Η Μαλβαζία, το Κοτσυφάλι και το Μαντηλάρι αφανίστηκαν από την οινική παραγωγή και στη θέση τους βάλθηκαν να φυτρώνουν αμερικάνικα κλήματα. Καρυδιές και χαρουπιές ξεπαστρεύτηκαν και ρίχτηκαν όλοι με τα μούτρα στις μπανάνες και τα θερμοκήπια.
Την "χρυσή εποχή" των ΜΟΠ γέμισε ο τόπος με 4Χ4 και τα σκυλάδικα με μαυροπουκαμισάδες που βροντούσε η τσέπη τους. Κι όταν τα πράγματα δυσκόλεψαν ήρθε η αναδοχή στις καλλιέργειες: πρόωρη αγροτική σύνταξη στον πατέρα και "νέος επιδοτούμενος αγρότης" ο γιός. Οι μισοί υποψιασμένοι τρέξαν να γραφτούν στα επιμορφωτικά προγράμματα και συνάμα κάνανε και καμιά αίτηση στο δημόσιο μπας και βρούνε δουλειά με σίγουρο μισθό. Οι υπόλοιποι μασούλαγαν πάλι τις επιδοτήσεις στα νυχτομάγαζα. Μέχρι που ο "πρόωρα συνταξιοδοτημένος" πατέρας έβλεπε το βιός του αμανάτι στην Τράπεζα. Κι όταν οι κρουνοί των επιδοτήσεων άρχισαν να στροφάρουν ανάποδα ξεκίνησαν οι μεγάλες κινητοποιήσεις.

Θυμάμαι για ώρες τις πομπές των αυτοκινήτων με τις μαύρες σημαίες να μπαίνουν από κάθε γωνιά της πόλης και να κατευθύνονται στο κέντρο. Μπλόκα παντού. Κι η μυρωδιά από τα καμμένα λάστιχα να γίνεται ένα με την ατμόσφαιρα. Σε μία τέτοια κινητοποίηση ξαφνιάστηκα βλέποντας μία ομάδα αγροτών να κουβαλάει φωτογραφίες του Μαρίνου Αντύπα. Τα ραδιόφωνα να ακούγονται στη διαπασών από τα φορτηγάκια και ο Κηλαϊδόνης να τραγουδά με την θεατράλε φωνή του:

Κολίγα γιος του πάππου μου ο παππούς
κολίγα γιος του πάππου μου ο πατέρας
κι ο παππούς μου κολίγας κι αυτός.

Και μονάχα εγώ του πατέρα μου γιος
έναν κλήρο είχα, λίγα στρέμματα βιος.
Ή "Τα Αγροτικά" του Μπακαλάκου με εκείνο το "όχι δεν πουλάμε". Οι τόνοι να ανεβαίνουν. Η σταφίδα να σωριάζεται στην πλατεία της Νομαρχίας, τα τσαμπιά της μπανάνας να εκτοξεύονται, τα δακρυγόνα να πέφτουν βροχή. Ο "κύρρριος Νομάρχης" του Παπακωσταντίνου να διαπραγματεύεται με τον Υπουργό Γεωργίας σε κατάσταση ομηρίας. Κι ο Μαρίνος Αντύπας να "εποπτεύει" το συλλαλητήριο σκαρφαλωμένος πάνω στα λάβαρα.

Σήμερα το πρωί (διόλου τυχαία από πλευράς ημερολογίου) μία φίλη μου δασκάλα σκέφτηκε να ζητήσει από τα παιδιά (δημοτικό) να γράψουν τι ξέρουν για τον Μαρίνο Αντύπα. Νωρίτερα αφιέρωσε δύο ώρες να τους μιλάει για τους κολίγες και τους τσιφλικάδες, το "αγροτικό ζήτημα" και το Κιλελέρ.
Άτιμη τοποθεσία το Κιλελέρ. Ένας από τους μαθητές της το συγκράτησε μάλλον ως "κίλερ". Της έγραψε λοιπόν ανάμεσα σε άλλα γλυκόπικρα ότι "ο Μαρίνος Αντύπας ήταν ένας "σήριαλ κίλερ" που σκότωσε τους Τούρκους (;;) και μετά μοίρασε τη γη σε όσους δεν είχαν τσιφλίκια κι έτσι έγιναν όλοι οι παππούδες μας ... τσιφλικάδες".
Υπό κανονικές συνθήκες σκας ένα χαμόγελο σε κάτι τέτοια και λες "δε βαριέσαι". Ή λες "όχι ρε γαμώτο" και τα παίρνεις στο κρανίο, με την διορατικότητα του στίχου.

Και μονάχα εγώ του πατέρα μου γιος
είμαι πια ένας αστός
είμαι πια καθεστώς.

* Ευτυχώς στη Λάρισα τουλάχιστον, θυμήθηκαν ότι σήμερα -εκτός από την πανηγυριώτικη "γιορτή" της γυναίκας- είναι και η επέτειος της δολοφονίας του Μαρίνου Αντύπα.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Ποιός θυμάται πια τον Μαρίνο Αντύπα;"