Tabs: Blog | About Me |

Τετάρτη, Ιουλίου 26

Μνημείο πεσόντων. Αλλιώτικο και .. φευγάτο














Πιο καθαρά θυμάμαι τον Ισμαήλ. Ισμαήλ Τρεχαγύρευε. Πρέπει να ψάξω στο Αρχείο για το επώνυμό του. Παλαιστινιακής καταγωγής, Ιορδανός υπήκοος. Από αυτούς τους μπουρδουκλωμένους Μεσανατολίτες. Δεν ήταν ο πρώτος μου αυτόχειρας, ούτε ο εντυπωσιακότερος. Ήμαστε όμως συνομήλικα, είκοσι χρονών παιδιά, μαυροτσούκαλα και τα δύο. Κάπου εδώ στερεύαν και οι ομοιότητές μας. Ο Ισμαήλ κυνηγούσε τον επιούσιο, εγώ δούλευα για το χαρτζιλίκι. Ο Ισμαήλ δεν μιλούσε γρι ελληνικά, εγώ είχα απολυτήριο Αρσακείου. Ο Ισμαήλ ήταν ένας κακομούτσουνος κοντοπίθαρος, εγώ ήμουν μια δίμετρη αμαζόνα. Μια συλφίδα με πεταχτά καπούλια. Όλοι χαζεύαν τα καπούλια μου. Ο κάμεραμαν, ο βίντεομαν, οι πυροσβέστες, οι αστυφύλακες, οι αρχόσχολοι τριγύρω. Μια τον Ισμαήλ κοιτούσαν, μια τα καπούλια μου. Όπως στο Γουίμπλεντον, στον τελικό του τένις.

«Ξεκόλλα από τον κώλο μου», κατσάδιασα τον κάμεραμαν. «Θα τον χάσεις τον Ισμαήλ».

Ακόμη και ο Ισμαήλ κοίταξε τα καπούλια μου. Τη στιγμή που του γύρισα την πλάτη, για να διορθώσω το μακιγιάζ. Δυόμισι ώρες συνέχεια, κάτω από το λιοπύρι της Βαρυμπόμπης, το μέικαπ είχε παπαριάσει με τον ιδρώτα. Ο Ισμαήλ φαινόταν καλό παιδί. Δεν θα το τραβούσε ώς το βράδυ. Αργά ή γρήγορα θα έκανα την αποφώνηση. Δεν μπορούσα να εμφανισθώ στους δέκτες σαν γύφτισσα κολομπίνα. Καθώς έσκυβα να πιάσω το μπαμπάκι, άκουσα το ντουπ. Ένα ξερό ντουπ. Στράφηκα αμέσως στον κάμεραμαν.

«Τον πήρες;».

Ο κάμεραμαν έδειχνε αποσβολωμένος.

«Δεν θα το πιστέψεις, Φλώρα», ψέλλισε εντέλει. «Κοίταξε τον πισινό σου ο σαλεμένος. Κοίταξε τον πισινό σου και πήδηξε στο κενό».

«Τον πήρες, βρε μαλάκα;».

Τον είχε πάρει. Κουτσά στραβά, τον είχε πάρει. Μια λήψη του συρμού. Κουνημένη, ελαφρώς ανετάριστη, με μπόλικη από τη σκόνη που σήκωσε ο Ισμαήλ. Πιο λίγο σώμα, πιο πολύ σκόνη. Πάσχαμε ευθύς εξαρχής. Μειονεκτούσαμε στην οπτική επαφή. Την αριστερή πλευρά του Ισμαήλ μάς την μάσκαρε ο κορμός ενός πεύκου. Αν είναι ποτέ δυνατόν. Το τελευταίο γαμημένο πεύκο, που κατάφερε να την σκαπουλάρει από τη μεγάλη πυρκαγιά της Βαρυμπόμπης, είχε στρογγυλοκαθήσει μέσα στο κάδρο μας, απτόητο και αγέρωχο, σαν εκείνη τη σπαστική σιδηροδοκό στο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας. Έναν αργόσχολο, εν ανάγκη, τον παραμερίζεις βάναυσα. Έναν αστυφύλακα ή έναν πυροσβέστη, ευγενικότερα μα εξίσου αποφασιστικά, τον βγάζεις από το πλάνο. Πώς συνεννοείσαι όμως μ' ένα πεύκο; Το κανακεύεις ή το πριονίζεις;

Δεν αποσείω τις δικές μας ευθύνες. Μισή ντροπή το πεύκο, μισή ντροπή εμείς. Το πρωινό πουλί πιάνει το σκουλήκι. Είχαμε προσέλθει αργοπορημένοι. Τα υπόλοιπα τηλεοπτικά συνεργεία είχαν ακροβολισθεί σε πιο αβανταδόρικα σημεία. Ειδικά ο Βαγγέλης Βαβάτσικος, ο θρυλικός Βαγγέλης, δεν δίστασε να παίξει και ξύλο. Με σφαλιάρες και αγκωνιές κατέλαβε το βασιλικό θεωρείο, ολόκληρο τον τέταρτο όροφο μιας οικοδομής, ακριβώς απέναντι από το μπαλκόνι του Ισμαήλ. Μιλάμε για γεωμετρία, μιλάμε για ποίηση. Η βιντεοκάμερα του Βαβάτσικου και το βλέμμα του Ισμαήλ στην ίδια νοητή ευθεία. Μαγική λήψη. Έπιασα τον εαυτό μου τσιμπημένο με τον Βαβάτσικο. Κρίμα που εκείνος ήταν καψουρεμένος μ' έναν ενδυματολόγο. Επτά χρόνια αργότερα, όταν μετρούσε πλέον η γνώμη μου στο κανάλι, πρότεινα να τον χρυσώσουμε για ν' αλλάξει στρατόπεδο. Έπρεπε να το προτείνω νωρίτερα. Η Ελλάδα έπεφτε πια μικρή για τον θρυλικό Βαγγέλη. Αποδέχτηκε την πρόσκληση ενός ομογενή από τη Μελβούρνη. Θ' αναλάμβανε, έναντι μυθικής αμοιβής, τη διεύθυνση φωτογραφίας σ' ένα καινούργιο τηλεπαιχνίδι. Προχωρημένη παραγωγή. Δέκα εθελοντές, τρεις ιθαγενείς, ένας κροκόδειλος. Έπαθλο, μια Μπέντλεϊ.

***

Ησιωπή του Ισμαήλ κόστισε τουλάχιστον πέντε μονάδες στις μετρήσεις. Ο τηλεθεατής θέλει μπλα μπλα, φυλάει τη μουγκαμάρα για το κρεβάτι. Τρώγεται να μάθει γιατί σκοπεύεις να φουντάρεις. Ο Ισμαήλ δεν μας εξήγησε. Επειδή ήταν Παλαιστίνιος, επειδή ήταν απόκληρος, επειδή ήταν ερωτευμένος; Κράτησε το μυστικό του ώς το μνήμα. Είχε και σκατά φωτογένεια, μια αγριάδα απωθητική. Απεναντίας, ο Σεργκέι, ο πρώτος μου αυτόχειρας ­ ούτε τα δεκαεννέα δεν είχα πατήσει ­ ήταν ένας παίδαρος, να τον πιεις στο ποτήρι. Ένας ξανθός Άδωνις από την Ουκρανία. Μιλούσε και υποφερτά ελληνικά. Μας έδωσε μέσες άκρες να καταλάβουμε πως κάτι έτρεχε με τη βίζα του και την ανανέωσή της. Βούτηξε και με διπλή αναστροφή, όπως ο Λουγκάνις στις καταδύσεις. Μονάχα που έσκασε δίπλα μου. Κόντεψε να με πλακώσει ο πούστης. Δεν ξέρω αν το έκανε επίτηδες, δεν μπορώ όμως και να το αποκλείσω. Ήταν τσόγλανος ο Σεργκέι. Όλοι οι νάρκισσοι είναι τσόγλανοι. Ενώ ο Ισμαήλ. Ο φτωχός μου ο Ισμαήλ. Χαμηλότονος. Κοίταξε τα καπούλια μου και απογειώθηκε. Πήρε μια πρόγευση από τα ουρί του παραδείσου.

***

Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις. Παγκοσμίως γνωστό αξίωμα, αν και σφόδρα ανακριβές. Επιτρέψτε μου να το ανασκευάσω. Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν δημοσιογράφοι. Ξεφλουδίζουν οι περισσότεροι στις ακρογιαλιές. Απενεργοποιούν τα κινητά τους τηλέφωνα και σκαρφαλώνουν στα απόκρημνα μοναστήρια. Παζαρεύουν επί ένα μήνα την ψυχή τους. Οι εφημερίδες και τα κανάλια λειτουργούν με το ελάχιστο επιτρεπτό προσωπικό. Ακόμη και όταν προκύπτουν ειδήσεις ­ συχνότερα απ' όσο υποθέτουμε ­ οι είλωτες στα γραφεία αδυνατούν να τις καλύψουν επαρκώς. Επιχειρούν να τις μανουβράρουν εκ των ενόντων. Αυτοσχεδιάζουν. Κανένας δεν γνωρίζει εκ των προτέρων πού θα τον ξεβράσει ο αυτοσχεδιασμός.

Ύστερα από μια εξαετία στα χαρακώματα, το κανάλι έκρινε σκόπιμο να με μεταθέσει στο στρατηγείο. Εντάχθηκα στη συντακτική ομάδα του δελτίου ειδήσεων. Ουσιαστικά πλέον ακουμπούσα στην οροφή των επαγγελματικών μου φιλοδοξιών. Μ' ένα στεγνό κωλόχαρτο από το Αρσάκειο και απρόθυμη να ξεκουμπώνω τα παντελόνια των διευθυντικών στελεχών ­ με τη βουλιμία τουλάχιστον που μου το πρότειναν ­ θα έπρεπε να οφείλω ευγνωμοσύνη. Ο νέος μου ρόλος ήταν μάλλον διεκπεραιωτικός. Από καιρού εις καιρόν ζητούσαν τη γνώμη μου κι επειδή τύχαινε συνήθως εύστοχη, την προσμετρούσαν με συμπάθεια. Βρισκόμουν πάντως μακριά από τη λήψη των αποφάσεων. Προτού ρωτήσουν εμένα, θα ρωτούσαν τον αρχισυντάκτη και προτού ρωτήσουν τον αρχισυντάκτη, θα ρωτούσαν τον διευθυντή ειδήσεων. Μονάχα που, εκείνο το αυγουστιάτικο απόγευμα, ο αρχισυντάκτης σκάλιζε τον κήπο του στο Πήλιο και ο διευθυντής ειδήσεων σοβάντιζε το εξοχικό του στη Μονεμβασιά. Η κληρωτίδα είχε αναδείξει το δικό μου νούμερο.

***

Έως τις τέσσερις παρά τέταρτο επικρατούσε πλήρης άπνοια. Σιγή ιχθύος από το εσωτερικό μέτωπο, σιγή ιχθύος και από τα διεθνή πρακτορεία. Δεν θα κατορθώναμε να γεμίσουμε το βραδινό δελτίο ειδήσεων, παρά μόνο με κονσέρβες από το Αρχείο. Είχαμε ορισμένα ευτράπελα στιγμιότυπα με νεφελώδη χρονολογικό προσδιορισμό ­ κάτι σαν ελικόπτερα παντός καιρού ­ πρόσφορα για προβολή την υστάτη. Τέσσερις παρά δέκα, η κατάσταση βελτιώθηκε. Έπεσε ως μάννα εξ ουρανού το πρώτο τηλεφώνημα. Μας καλούσε με το κινητό της μια βαρεμένη από το Χαλάνδρι. Κρεμόταν με το ένα πόδι έξω από το κιγκλίδωμα της ταράτσας και απαιτούσε να της προσκομίσουμε τον αρραβωνιαστικό της. Μπίνγκο. Απέστειλα πάραυτα συνεργείο.

«Δεν είναι καθόλου άσχημη», με ενημέρωσε ο ρεπόρτερ, λίγα λεπτά αργότερα. «Φοράει ένα διαφανές νεγκλιζέ, εξόχως αποκαλυπτικό. Προσπαθώ να συγκρατήσω τον κάμεραμαν. Διαρκώς τον συλλαμβάνω να ζουμάρει».

«Πώς την κόβεις από ηθικό;».

«Δεν το παίζει, νομίζω. Δείχνει πραγματικά απελπισμένη. Σήμερα το μεσημέρι, μπροστά στους γονείς της, ο αρραβωνιαστικός τής επέστρεψε τη βέρα. Αρνείται τώρα το τομάρι και να προσέλθει. Έτσι μας λένε από το περιπολικό. Μάλλον την βλέπω να σαλτάρει».

Η υπόθεση έβαινε κατ' ευχήν. Είτε έπεφτε είτε δεν έπεφτε ­ ένα κομμάτι, μέσα στο νερό, το είχαμε εξασφαλισμένο. Έδωσα σαφείς οδηγίες στον ρεπόρτερ να της πιάσει ψιλή κουβέντα, μπας και τεντώσουμε κάπως τη διάρκεια. Ξανάβαλα στο Αρχείο μια κονσέρβα με περιπτύξεις ελεφάντων και κράτησα τρεις άλλες πρόχειρες ­ μία με σκορπιούς, μία με ακρίδες και μία με νυχτερίδες. Συμπεριέλαβα μια μονόλεπτη απευθείας σύνδεση με το Χαλάνδρι στο απογευματινό δελτίο, ούτως ώστε ν' ανοίξω την όρεξη για το βραδινό. Πέντε και πέντε ακριβώς, προτού καλά καλά βγει ο παρουσιαστής από το στούντιο, έσκασε η δεύτερη μπόμπα. Ένας ογδοντάχρονος μικροπωλητής, παράλυτος στα κάτω άκρα, λογομάχησε έντονα με τον εγγονό του ­ πιθανό χρήστη ηρωίνης ­ και στάθμευσε το αναπηρικό του καροτσάκι στην παλιά γέφυρα του Ευρίπου. Το καροτσάκι δουλεύει με χειριστήριο. Εάν επέμβουν οι μπάτσοι, δεν θα προλάβουν να τον γραπώσουν.

«Έλεος, παιδιά», αναστέναξα. «Ογδοντάχρονος και παράλυτος. Αυγουστιάτικα».

«Φαίνεται αποφασισμένος, Φλώρα. Νωρίτερα πυροβόλησε τον σκύλο του. Καρφίτσωσε και κάτι παράσημα στο στήθος. Μυρίζει αποχαιρετισμός».

«Έχουμε εύκαιρο τον ανταποκριτή στη Χαλκίδα;».

«Λείπει με άδεια στη Σκόπελο».

Βλαστήμησα τις άδειες.

«Πόσην ώρα θέλουμε από την Αθήνα;».

«Φουλαριστοί; Τουλάχιστον τρία τέταρτα. Αν δεν πέσουμε στην κίνηση».

«Χέστε τον παππού», κατέληξα. «Είναι πολύ μακριά, είναι πολύ γέρος. Θα χαραμίσει τις μονάδες».

Δεν είχαν τελειώσει τα βάσανά μου. Πέντε και είκοσι πέντε, δύο υποψήφιοι ταυτοχρόνως. Ένας στο Μαρούσι, ένας στο Χαϊδάρι. Από τη Δύση στην Ανατολή και από την Ανατολή στη Δύση. Εάν σάλταρε η βαρεμένη στο Χαλάνδρι, θα μου απελευθέρωνε το συνεργείο. Η βαρεμένη όμως κωλυσιεργούσε. Μου περίσσευε μονάχα ένα συνεργείο διαθέσιμο. Πριν αποφασίσω ποιον υποψήφιο θ' αφήσω ακάλυπτο, έστειλα δύο τζιμάνια με μηχανάκια επιτόπου.

«Ποιος θα πηδήξει;», ρώτησα.

«Ο δικός μου», αποκρίθηκε το τζιμάνι στο Μαρούσι.

«Ο δικός μου», απάντησε και το Χαϊδάρι.

Τα κωλόπαιδα. Μου θύμισαν εμένα στα νιάτα μου. Μπορούν να συμβούν τα πάντα. Έτσι πίστευα. Αρκεί να το επιθυμείς.

Το καροτσάκι σκάλωσε στο βυθό. Το κουφάρι του παππού ανήλθε στην επιφάνεια. Το παρέσυρε η πλημμυρίδα, η άμπωτη, ούτε ξέρω ποια, προς τα ανοιχτά του Ευβοϊκού κόλπου. Η εικόνα μεταδόθηκε ως τα πέρατα της οικουμένης. Ένα τοπικό κανάλι και τρία εθνικά μοιράστηκαν τη λεία από τα πλάνα. Εμείς δεν καθίσαμε στο τραπέζι. Εάν ο παππούς έπεφτε πριν από τις έξι, ίσως και να μπορούσα να προβάλω κάποια δικαιολογία. Όμως ο παππούς έπεσε στις οκτώ παρά δέκα. Όχι στη Χαλκίδα προφταίναμε να φθάσουμε. Στη Λαμία. Στη Λάρισα. Στου διαόλου τη μάνα.

Τα πράγματα πήγαν άσχημα και στην Αθήνα. Επέλεξα να καλύψω το Χαϊδάρι. Όχι τόσο αυθαίρετα όσο μου καταλόγισαν κατόπιν. Τα κριτήριά μου ήταν γεωγραφικά. Το Μαρούσι απέχει μιαν ανάσα δρόμο από το Χαλάνδρι. Διατηρούσα πάντοτε την ελπίδα πως η βαρεμένη θα μου απελευθέρωνε από στιγμή σε στιγμή το συνεργείο. Θα ήταν ασύνετο ν' αφήσω ακάλυπτο το Χαϊδάρι. Εντούτοις το Χαϊδάρι δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Στάθηκε το Μαρούσι. Ερήμην και πάλι.

Κλήθηκα σε απολογία. Με προϋπάντησαν με καλαμπουράκια. Εκείνο το απόγευμα η Φλώρα ­ χα, χα ­ έστελνε τα συνεργεία ­ χα, χα ­ μονάχα στους αυτόχειρες κατά φαντασίαν. Έπειτα βάρυνε το κλίμα. Θυμήθηκαν πως είμαι ελαφρόμυαλη, μια τυπική Αρσακειάδα, που κόστισε στο κανάλι κάμποσα εκατομμύρια. Αναμφίβολα θα συνυπολόγισαν και τη δυσκολία μου να ξεκουμπώνω παντελόνια, έστω και αν δεν είχαν τα κότσια να το παραδεχτούν φωναχτά. Λόγω θερινής ραστώνης εξάντλησαν όλη τους την επιείκεια. Δεν με απέλυσαν. Με ξανάστειλαν στο ελεύθερο ρεπορτάζ. Ύστερα από δέκα χρόνια επέστρεφα στο σημείο απ' όπου ξεκίνησα. Στον ίσκιο του Ισμαήλ και του Σεργκέι. Όπως περίπου στη Μονόπολη. Φλώρα, κακό κορίτσι. Δεν σου βγήκε η ζαριά. Πίσω στην αφετηρία.

***

Ένα μήνα μετά τη δική μου πτώση, έλαβα μια πρόσκληση σε γάμο. Παραξενεύτηκα. Δεν μου έλεγε τίποτε, ούτε το όνομα του γαμπρού ούτε το όνομα της νύφης. Πέταξα την πρόσκληση σε μιαν άκρη. Αργότερα, με ξαφνική έμπνευση, την ξανακοίταξα. Ιερός Ναός Αγίας Βαρβάρας, Εθνικής Αντιστάσεως, στο Χαλάνδρι. Διάβολε, ναι. Ήταν η βαρεμένη. Εκ των υστέρων έμαθα πως είχε αποστείλει πάνω από πενήντα προσκλήσεις σε συναδέλφους. Όλως δικαίως. Σ' εμάς χρωστούσε το στεφάνι.


Πέτρος Τατσόπουλος

buzz it!


Permalink για το "Μνημείο πεσόντων. Αλλιώτικο και .. φευγάτο"

1 Comments:

Blogger ellinida said...

Ιστορίες καθημερινής τρέλλας ...

9:47 μ.μ.  

Δημοσίευση σχολίου

<< Home